Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα-Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα-Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Η πιπεριά τσακίστηκε· το χέρι το κακό ποιός θα το κόψει;

 

Η πιπεριά τσακίστηκε·

 το χέρι το κακό ποιός θα το κόψει;

 

Αναστάσης Μαδαμόπουλος

Φιλόλογος, συγγραφέας εικαστικός


Η φωτογραφία είναι ενδεικτική του είδους Πιπεριά (Schinus molle)
δεν αντιστοιχεί σε αυτήν που το κείμενο αναφέρεται

Ούτε μήνας δεν είχε περάσει από την παρουσίαση και διάθεση του ημερολογίου του Άλλου Τόπου για το 2025 με θέμα Ο Λόγος και η Πόλη. Η Πόλη το Ηράκλειο Αττικής και ο Λόγος των ανθρώπων της.

Είχα την τιμή να συμπεριληφθεί μεταξύ των εξαιρετικών κειμένων του τόμου και ο δικός μου Κατάλογος διασωθέντων (από τις «Σημειώσεις» ενός φυσιολάτρη, περιηγητή και λαχανευτή για τη διασωθείσα χλωρίδα του Ηρακλείου Αττικής). Στο κείμενό μου καταγράφονται σχεδόν όλα φυτά του Δήμου μας και δίνονται σύντομες βοτανολογικές πληροφορίες καθώς και χάρτες για τον ευκολότερο εντοπισμό τους από ευαισθητοποιημένους πολίτες. Ο αφηγητής εμπλουτίζει τον κατάλογό του με αναμνήσεις και στοχασμούς κοινωνιολογικού, πολεοδομικού και οικολογικού περιεχομένου.

Στην τρίτη παράγραφο του κειμένου αποκαλύπτεται το κινούν αίτιο της συγγραφής του. «Με ορισμένα από αυτά (τα δέντρα) έχω συνδεθεί περισσότερο. Έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μου, τα περιεργάζομαι, κατόπιν μελετώ γι’ αυτά σε αξιόπιστες πηγές, τα αγαπώ και νοιάζομαι καθώς παρακολουθώ για χρόνια την ανάπτυξή τους. Γι αυτό και θλίβομαι όταν κακοπαθαίνουν, συντρίβομαι όταν αρρωσταίνουν και κινδυνεύσουν να αφανιστούν. Πρόσφατα μάλιστα σκέφτηκα να τα καταγράψω σ’ έναν κατάλογο ανθεκτικών διασωθέντων πριν ο γιός μου τιμώντας τη μνήμη μου συγγράψει μετά από μία δεκαετία ένα πένθιμο άρθρο στην τοπική εφημερίδα με τίτλο «Κατάλογος απολεσθέντων» ή «Η συμφορά των παλιών πράσινων» ή «Το τέλος της αρχαίας σποράς» ή «Τα λατρεμένα πράσινα του πατέρα… μετά».

Σαν να το ήξερα, σαν να το διαισθανόμουν. Ούτε μήνας δεν έχει περάσει… και θρηνώ (το εννοώ πραγματικά) την πρώτη απώλεια. Η πενηντάχρονη Πιπεριά (Schinus molle) στο πεζοδρόμιο του φαρμακείου στη διασταύρωση Φιλληρών και Πρασίνου Λόφου κόβεται σύριζα από συνεργείο του Δήμου που κλάδευε τους Ευκαλύπτους της περιοχής. Την επόμενη μέρα έσκαψαν και εξαφάνισαν το κούτσουρο που είχε απομείνει αλλά άφησαν τις γύρω ανασηκωμένες από τις ανυπόταχτες ρίζες πλάκες να συνεχίζουν το απειλητικό τους έργο, ενώ ακριβώς αυτό πιθανότατα θα επικαλούνταν ως λόγο της αυθαίρετης και εγκληματικής πράξης τους αν τους ρωτούσαμε. Με ποια άδεια κόπηκε το δέντρο; Γιατί; Εμπόδιζε μήπως την προβολή των ορθοπεδικών παπουτσιών στη βιτρίνα του φαρμακείου; Δε θα ήταν καλύτερο να θαυμάζαμε τα προϊόντα, υπό τη σκιά της molle και της υπέροχης θροΐζουσας κουνουπιέρας της κόμης της;

              Θρηνώ και οργίζομαι.

Ο σκηνοθέτης Κουροσάβα σε ένα όνειρό του στην υπέροχη σπονδυλωτή ταινία του «Όνειρα» βλέπει τα πνεύματα των κομμένων δέντρων να επιστρέφουν και να εγκαθίστανται πάνω στα ριζωμένα απομεινάρια των κορμών τους σαν μυθικοί ήρωες, με λάβαρα και ταινίες ανεμίζουσες ενώ όργανα ενός θιάσου αόρατου δοξολογούν την επιστροφή τους επικυρώνοντας το στοίχειωμα του λόφου που έκτοτε, αν και χέρσος, λατρεύεται ως ιερός.

Ο Βέλγος ζωγράφος Ρενέ Μαγκρίτ το 1958 σ’ έναν πίνακά του αναπαριστά – ετεροχρονισμένα και προφητικά – τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος. Οι ρίζες ενός κομμένου δέντρου αναδύονται από το χώμα, τυλίγουν το τσεκούρι του «ξυλοκόπου» και το παγιδεύουν ες αεί ως αδιάψευστο πειστήριο του εγκλήματος. Ειρωνικός και καυστικός ο τίτλος του έργου: «Οι άθλοι του Αλεξάνδρου».

Εμείς ίσως ξεχάσουμε τα θύματα, ίσως και να συγχωρήσουμε κάποτε τους εγκληματίες. Τα δέντρα όμως έχουν μακροβιότερη μνήμη από τη δική μας. Θυμούνται ακόμη και μετά το θάνατό τους.

Αργά ή γρήγορα παίρνουν την εκδίκησή τους, όπως ο γόρδιος δεσμός στην εικόνα του Μαγκρίτ από το τσεκούρι της βίαιης λύσης του. Αρμόδιοι δεν είμαστε να επιβάλλουμε ποινές. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι μπορούμε να σωπαίνουμε ή να αδιαφορούμενα για τον αφανισμό των φυσικών όντων που ομορφαίνουν τις ζωές μας. Η Πιπεριά τσακίστηκε· το χέρι το κακό ποιος θα το κόψει; Επί του παρόντος θέλω να καρφώσω μια πινακίδα στη θέση – μνήμα της αγαπημένης δολοφονημένης φίλης μου, της Πιπεριάς. Θέλω πάνω της να γράψω «Schinus molle: Θύμα θρασύτατης και ανόητης αποψιλώσεως. Νούμερο 1 στον κατάλογο απολεσθέντων του 2025». Φοβάμαι ότι αυτός ο κατάλογος θα είναι μακρύς καθώς φήμες προειδοποιούν για προγραμματισμένους «άθλους» των τοπικών αρχών πρωτοφανείς, που εύχομαι να μην αποδειχθούν τελικά ανήκουστες αθλιότητες.

 

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση και το 1821, του Θανάση Γάλλου*

 Η εχθρότητα της ιεράς Συμμαχίας. 

Αναφορές των αγωνιστών για τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. 

Η επίδραση της γαλλικής Επανάστασης. 

Ο φιλελληνισμός. 

Ο προοδευτικός χαρακτήρας του ελληνικού Συντάγματος, ως αποκρυστάλλωμα της Επανάστασης. **


Πίνακας του Θεόφιλου

Δε γίνεται εύκολα αντιληπτό σήμερα, αλλά μια από τις σημαντικότερες πτυχές της Επανάστασης του 1821 είναι ότι ξέσπασε κόντρα στη ροή της ευρωπαϊκής ιστορίας εκείνης της εποχής. Τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, στις 18 Ιουνίου 1815, ήταν πολύ δύσκολα και σκοτεινά για τους επαναστάτες και τους ριζοσπάστες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι συντηρητικές μοναρχίες της Ευρώπης ήταν αποφασισμένες να μην επιτρέψουν να επαναληφθεί η επαναστατική κατάσταση της περιόδου 1789-1815, που οδήγησε την Ευρώπη σε σχεδόν αδιάκοπο πόλεμο από το 1792 μέχρι το 1815.  Καμία χώρα δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Οι Γάλλοι στρατιώτες που εκστράτευαν από την Ανδαλουσία ως τη Μόσχα, από τη Βαλτική ως τη Συρία, σε έκταση μεγαλύτερη από κάθε άλλο σώμα κατακτητών από την εποχή των Μογγόλων και οπωσδήποτε μεγαλύτερη από οποιαδήποτε προηγούμενη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη από την εποχή των επιδρομών των Σκανδιναβών το Μεσαίωνα, έκαναν αισθητή την οικουμενικότητα της επανάστασης τους πολύ πιο αποτελεσματικά από οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να τη μεταδώσει. Και οι ιδέες, τα δόγματα και οι θεσμοί που έφερναν μαζί τους, ακόμα και υπό την ηγεσία του Ναπολέοντα, από την Ισπανία ως τα Βαλκάνια ήταν οικουμενικά δόγματα, όπως γνώριζαν τα μοναρχικά καθεστώτα και όπως σύντομα θα μάθαιναν και οι λαοί. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Έλληνας «κλέφτης» που έμελλε να ηγηθεί της Επανάστασης του 1821 στην Ελλάδα, και οποίος διέφυγε στην Ζάκυνθο το 1806 ύστερα από την καταδίωξη του από τους Οθωμανούς, εξέφρασε πλήρως τα αισθήματα του στα Απομνημονεύματα του:

H Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου (έγραφε ο Κολοκοτρώνης) να ανοίξη τα μάτια του κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζαν ως θεούς της γης, και ό,τι και αν έκαμναν το έλεγαν καλά καμωμένο. Δια αυτό και είναι δυσκολώτερο να διοικήσης τώρα λαόν.

Ήδη ο ελλαδικός χώρος είχε έρθει σε επαφή με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης όταν το 1797 τα Επτάνησα κατελήφθησαν από τις γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις του Διευθυντηρίου. Η γαλλική παρουσία κράτησε μόλις μέχρι το 1799, αλλά η ανακατάληψη των νησιών από τον ρωσοτουρκικό στόλο οδήγησε τελικά στη ίδρυση του πρώτου νεοελληνικού κράτους, της Ιονίου Πολιτείας (1800-1807). Το 1807 τα ναπολεόντεια στρατεύματα επανακατέλαβαν τα Επτάνησα μέχρι το 1814, και μέσω των Επτανήσων οι φιλελεύθερες, ριζοσπαστικές και δημοκρατικές ιδέες διοχετεύθηκαν στον ελλαδικό χώρο. 

Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια αδιάκοπου σχεδόν πολέμου και επανάστασης, τα νικηφόρα παλαιά καθεστώτα αντιμετώπιζαν προβλήματα σύναψης και διατήρησης της ειρήνης, προβλήματα ιδιαίτερα δυσχερή και επικίνδυνα. Τα συντρίμμια που προκάλεσαν οι δύο δεκαετίες του πολέμου έπρεπε να εκκαθαριστούν και να ανακατανεμηθούν τα εδάφη που κυριεύτηκαν. Κυρίως, ήταν φανερό για κάθε νοήμονα πολιτικό άνδρα ότι στο εξής ήταν ανεπίτρεπτος ένας ευρωπαϊκός πόλεμος μεγάλης κλίμακας, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε, σχεδόν με βεβαιότητα, μια νέα επανάσταση και κατά συνέπεια την καταστροφή των παλαιών καθεστώτων. «Στο σημερινό στάδιο της κοινωνικής ασθένειας στην Ευρώπη» έλεγε ο βασιλιάς Λεοπόλδος του Βελγίου (ο θείος της βασίλισσας Βικτώριας της Αγγλίας) «θα ήταν ανήκουστο να εξαπολυθεί […] ένας γενικός πόλεμος. Ένας τέτοιος πόλεμος […] θα προκαλούσε ασφαλώς σύγκρουση αρχών [και], από όσο ξέρω την Ευρώπη, πιστεὐω ότι η σύγκρουση αυτή θα άλλαζε τη μορφή της και θα ανέτρεπε ολόκληρη τη δομή της». Το 1816, το 1817, το 1818 ήταν δύσκολα, σκληρά και σκοτεινά χρόνια για τους επαναστάτες και τους δημοκράτες σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι βασιλιάδες και οι πολιτικοί δεν ήταν ούτε πιο σοφοί ούτε πιο ειρηνόφιλοι από πριν. Αναμφίβολα όμως ήταν πιο φοβισμένοι.

Κατά συνέπεια, τον Ιούνιο του 1815, με το πέρας της λήξης του Συνεδρίου της Βιέννης, η τριμερής συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας και στην προσχώρησε το ίδιο έτος και η Αγγλία, η γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, στόχευε σε μία ευρωπαϊκή «ειρήνη» με δρακόντεια μέτρα ενάντια σε κάθε επαναστατικό κίνημα που θα εμφανιζόταν. Το 1818 στη Ιερά Συμμαχία προσχώρησε και η Γαλλία. Μια συμμαχία που είχε ιδιαίτερη επιτυχία από μία οπτική. Στην περίοδο μεταξύ της ήττας του Ναπολέοντα και του Κριμαϊκού Πολέμου του 1853-1856 δε μεσολάβησε πράγματι ούτε γενικός ευρωπαϊκός πόλεμος ούτε σύρραξη στην οποία μία Μεγάλη Δύναμη να αντιμετωπίσει μία άλλη στο πεδίο της μάχης (ο όρος Μεγάλες Δυνάμεις είναι επινόηση της εποχής της Ιεράς Συμμαχίας). Και εκτός από τον Κριμαϊκό Πόλεμο, μεταξύ του 1815 και του 1914 δε μεσολάβησε πόλεμος στον οποίον να αναμειχθούν περισσότερες από δύο Μεγάλες Δυνάμεις. Ωστόσο τα επαναστατικά κινήματα ανέτρεψαν την πολύ δύσκολα κερδισμένη διεθνή σταθερότητα αρκετές φορές. Η πρώτη επιτυχημένη ανατροπή ήταν η Ελληνική Επανάσταση του 1821. 

Ο διακανονισμός των διεθνών ζητημάτων στην Ευρώπη μετά τους ναπολεόντειους πολέμους δεν ήταν ούτε δικαιότερος ούτε ηθικότερος από προγενέστερους ιστορικά διακανονισμούς, όμως αν ληφθούν υπόψη οι εντελώς αντιφιλελεύθεροι και αντεπαναστατικοί σκοποί των δημιουργών του, ήταν μία απόπειρα ρεαλιστική και συνετή, σχεδόν συμβιβαστική. Δεν έγινε καμία απόπειρα εκμετάλλευσης της ολοκληρωτικής νίκης κατά των Γάλλων, οι οποίοι δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να εξωθηθούν σε ένα νέο γύρο Ιακωβινισμού. Τα σύνορα της ηττημένης χώρας ήταν ελαφρώς καλύτερα από ότι το 1789, η χρηματική αποζημίωση δεν ήταν παράλογη, η κατοχή από τα ξένα στρατεύματα σύντομη (έως το 1817), ενώ ως το 1818 η Γαλλία είχε γίνει εκ νέου δεκτή ως πλήρες μέλος της «Ευρωπαϊκής Συμφωνίας». Αν δεν είχε μεσολαβήσει η επιστροφή του Ναπολέοντα και η περίοδος των Εκατό Ημερών, οι όροι αυτοί θα ήταν ακόμα πιο μετριοπαθείς. Η παλινόρθωση των Βουρβώνων ήταν γεγονός, αλλά είχε γίνει πια αντιληπτό (όχι φυσικά από όλους τους κρατούντες) ότι έπρεπε να προβούν σε παραχωρήσεις απέναντι στο επικίνδυνο πνεύμα των υπηκόων τους. Οι σημαντικότερες αλλαγές που έφερε η Επανάσταση έγιναν δεκτές, και παραχωρήθηκε η εμπρηστική αυτή επινόηση που λέγεται σύνταγμα, με άκρως μετριοπαθή μορφή φυσικά αυτή τη φορά, ως Καταστατικός Χάρτης βέβαια που δήθεν «παραχώρησε ελεύθερα και με τη θέληση του», μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, ο απόλυτος μονάρχης Λουδοβίκος ο ΙΗ’.  Ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε οι βλέψεις και οι επιθυμίες των λαών ούτε τα δικαιώματα τους, αλλά ούτε και τα δικαιώματα των πολυάριθμων ηγεμόνων οι οποίοι εκδιώχθηκαν κάποια στιγμή από τους Γάλλους, αλλά με μόνη σοβαρή μέριμνα την ισορροπία των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων που αναδείχτηκαν από τους πολέμους: της Ρωσίας, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στην πραγματικότητα μόνο οι τρεις πρώτες μετρούσαν. 

Οι δημόσιοι άνδρες του 1815 είχαν αρκετή σύνεση για να γνωρίζουν ότι κανένας διακανονισμός όσο προσεκτικά μελετημένος και αν ήταν, δε θα άντεχε μακροπρόθεσμα στον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη και στις συνεχώς μεταβαλλόμενες περιστάσεις. Κατά συνέπεια, επιδόθηκαν στην εκπόνηση ενός μηχανισμού για τη διατήρηση της ειρήνης, ρυθμίζοντας δηλαδή όλα τα προβλήματα καθώς αυτά ανέκυπταν, μέσω τακτικών συνεδρίων της Συμμαχίας. Εξυπακούεται φυσικά ότι τις ζωτικές αποφάσεις στα συνέδρια αυτά θα έπαιρναν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η «Ευρωπαϊκή Συμφωνία», άλλος ένας όρος που πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε τότε, δεν αντιστοιχούσε στον σημερινό Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), αλλά μάλλον στα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ωστόσο, τα τακτικά συνέδρια συνήλθαν μόνο για λίγα χρόνια, από το 1818, όταν όπως προαναφέρθηκε η Γαλλία έγινε εκ νέου δεκτή στη Συμφωνία, ως το 1822. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν που έσπασε αυτή τη Συμφωνία. 

Το σύστημα των συνεδρίων κατέρρευσε, διότι δεν μπόρεσε να επιζήσει τα χρόνια αμέσως μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, όταν ο λιμός του 1816-1817 και η οικονομική ύφεση διατηρούσαν ζωντανό το φόβο μίας νέας κοινωνικής επανάστασης παντού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Βρετανίας. Μετά την αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας γύρω στο 1820, κάθε διαταραχή του διακανονισμού του 1815 απλώς αποκάλυπτε τις αποκλίσεις ανάμεσα στα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Μόνο η Αυστρία, υπό τη σιδηρά πυγμή του Μέττερνιχ, αντιμέτωπη με έναν πρώτο γύρο αναστάτωσης και επανάστασης στα 1820-1822, έμεινε προσκολλημένη στην αρχή ότι όλα αυτά τα κινήματα πρέπει άμεσα και αυτομάτως να καταπνίγονται για το καλό της κοινωνικής τάξης (και της αυστριακής εδαφικής ακεραιότητας). 

Ήταν η Ελληνική Επανάσταση του 1821, η δυναμική της και η επιβίωση της τα πρώτα χρόνια, που ανέδειξε περίτρανα τον διχασμό ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις, παρά το γεγονός ότι ήταν όλες εχθρικές προσκείμενες στην Επανάσταση του 1821, τουλάχιστον αρχικά. Η Ρωσία, παρά την αντιπάθεια της για τις επαναστάσεις, δεν μπορούσε να μην επωφεληθεί από το κίνημα ενός ορθόδοξου λαού (και ας πρόδωσε την Επανάσταση στην πρώτη της φάση στη Μολδοβλαχία) που αποδυνάμωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και επομένως έπρεπε να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη ρωσική βοήθεια. Επιπλέον, είχε το δικαίωμα από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), μετά τον τελευταίο ρωσοτουρκικό πόλεμο, να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την προστασία των ορθόδοξων χριστιανών. Ο φόβος για μονομερή επέμβαση της Ρωσίας, διεθνής φιλελληνική πίεση, τα οικονομικά συμφέροντα εκατέρωθεν και η σταδιακά αυξανόμενη γενική πεποίθηση ότι η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορούσε τελικά να αποτραπεί, μπορούσε όμως να πραγματοποιηθεί συντεταγμένα και οργανωμένα, οδήγησε τελικά τους Βρετανούς, από το 1823 και μετά, από την αρχική εχθρότητα στην ουδετερότητα και τελικά σε μια ανεπίσημη επέμβαση υπέρ των Ελλήνων. Η ελληνική επανάσταση εξυπηρετούσε την πολιτική του διαμελισμού και της κατοχής. Η Ελλάδα κέρδισε έτσι την ανεξαρτησία της το 1830, με τη βοήθεια τόσο της Ρωσίας όσο και της Βρετανίας. Η διεθνής ζημιά ελαχιστοποιήθηκε με τη δημιουργία ενός μικρού ελληνικού βασιλείου (τα τρία συντάγματα της Επανάστασης που προέκυψαν από τις τρεις Εθνοσυνελεύσεις της επαναστατημένης Ελλάδας, δηλαδή την πρώτη της Επιδαύρο το 1822, τα δεύτερη του Άστρους το 1823, και την τρίτη της Τροιζήνας το 1827, ήταν πιο φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά και από της Γαλλικής Επανάστασης ακόμα και έμειναν φυσικά κενό γράμμα), με ηγεμόνα έναν από τους πολλούς μικρούς Γερμανούς πρίγκιπες (τον Βαυαρό Όθωνα), ενός βασιλείου που δε θα ήταν απλώς ρωσικός δορυφόρος. Αλλά η μονιμότητα του διακανονισμού του 1815, το σύστημα των συνεδρίων και η αρχή της κατάπνιξης κάθε επανάστασης είχαν πια καταρρεύσει. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αξία της Επανάστασης του 1821. 

Σπάνια η ανικανότητα των κυβερνήσεων να σταματήσουν τον ρου της ιστορίας έχει αποδειχτεί τόσο περίτρανα από ότι στη γενιά μετά το 1815. Ο υπέρτατος στόχος όλων των Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν μόλις αναλώσει πάνω από είκοσι πολεμώντας τη Γαλλική Επανάσταση και στη συνέχεια τον Ναπολέοντα, ήταν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας δεύτερης επανάστασης ή την ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή που θα προξενούσε ένας γενικός επαναστατικός ξεσηκωμός στα πρότυπα του γαλλικού. Αυτός ήταν ο στόχος ακόμα και των Βρετανών, οι οποίοι δε συμπαθούσαν τον αντιδραστικό απολυταρχισμό που επιβλήθηκε εκ νέου σε ολόκληρη την Ευρώπη και γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν δυνατή ούτε θεμιτή η αποφυγή των μεταρρυθμίσεων, αλλά από την άλλη πλευρά έτρεμαν την εξάπλωση ενός νέου γαλλικού ή ακόμα χειρότερα ευρωπαϊκού Ιακωβινικού πολιτικού ριζοσπαστισμού περισσότερο από κάθε άλλο ενδεχόμενο στον διεθνή χώρο. Παρόλα αυτά, ποτέ στην ευρωπαϊκή ήπειρο, και πολύ σπάνια σε άλλες περιοχές, η επαναστατική τάση δεν ήταν τόσο ενδημική, τόσο γενική, τόσο έτοιμη να μεταδοθεί ταχύτατα, και αυθόρμητα και ταυτόχρονα με εσκεμμένη προπαγάνδα.

Ωστόσο, μόνο μία από τις επαναστάσεις του 1820-1822 κατόρθωσε να επιβληθεί και αυτό αποδίδεται εν μέρει στην επιτυχία της να πάρει μορφή γνήσιας λαϊκής επανάστασης και εν μέρει στην σταδιακά ευνοϊκή διπλωματική κατάσταση: ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821. Η Ελλάδα συνεπώς έγινε η πηγή έμπνευσης του διεθνούς φιλελευθερισμού, και ο φιλελληνισμός που σήμαινε οργανωμένη υποστήριξη στην Επανάσταση και η συμμετοχή πολυάριθμων εθελοντών στον ελληνικό αγώνα, έπαιξε στη συσπείρωση των ευρωπαίων ριζοσπαστών – προοδευτικών – επαναστατών –φιλελεύθερων, κατά τη δεκαετία του 1820, ρόλο αντίστοιχο με αυτόν που θα έπαιζε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 η υποστήριξη στην Ισπανική Δημοκρατία. 

Και επίσης σε μία και μόνη περίπτωση ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φύλων και των ληστών – ηρώων ενάντια σε οποιαδήποτε υπαρκτή κυβέρνηση συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλικής Επανάστασης: στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα (1821-1830). Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ήταν σαφώς επηρεασμένος από τον Γαλλικό, ο Αδαμάντιος Κοραής, ένας από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες διαφωτιστές ζούσε στο Παρίσι, ο Ρήγας Φεραίος είχε επιχειρήσει να συναντήσει τον Βοναπάρτη όταν ο τελευταίος διοικούσε τη στρατιά της Ιταλίας και φυσικά όπως προαναφέρθηκε, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης διοχετεύθηκαν στον ελλαδικό χώρο μέσω της Ιταλίας και των Βαλκανίων και ιδίως των Επτανήσων, λόγω της γαλλικής κατάκτησης. (Για παράδειγμα, ο Ανδρέας Κάλβος ανήκε σε οργάνωση Καρμπονάρων, είχε συλληφθεί και είχε απελαθεί στη Ζάκυνθο, με το προσωνύμιο «ο Έλληνας») 

Ήταν συνεπώς φυσικό η Ελλάδα να γίνει θρύλος και πηγή έμπνευσης των απανταχού εθνικιστών και φιλελεύθερων. Γιατί μόνο στην Ελλάδα ένας ολόκληρος λαός ξεσηκώθηκε ενάντια στον κατακτητή με τρόπο που θα μπορούσε εύλογα να ταυτιστεί με την υπόθεση του ευρωπαϊκού «προοδευτικού» στρατοπέδου και αντίστροφα η υποστήριξη του ευρωπαϊκού «προοδευτικού» στρατοπέδου με ηγέτη το Λόρδο Βύρωνα που πέθανε στην Ελλάδα, συνέβαλε σημαντικά στο να λάβει η Επανάσταση του 1821 διεθνείς διαστάσεις και να πραγματωθεί τελικά η ελληνική ανεξαρτησία. 

Οι περισσότεροι Έλληνες έμοιαζαν πολύ με τις υπόλοιπες ξεχασμένες πολεμικές αγροτικές τάξεις και φυλετικές ομάδες των Βαλκανίων. Μια μικρή μερίδα τους όμως αποτελούσε διεθνή εμπορική και διοικητική τάξη, εγκατεστημένη σε παροικίες και πόλεις σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και πέρα από αυτή. Η γλώσσα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην οποία ανήκαν οι περισσότεροι λαοί των Βαλκανίων, ήταν η ελληνική, και Έλληνες επάνδρωναν τα υψηλότερα κλιμάκια της ως τον Έλληνα Οικουμενικό Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Έλληνες κρατικοί υπάλληλοι, ως υποτελείς πρίγκιπες, διοικούσαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, δηλαδή τη σημερινή Ρουμανία. Υπό αυτήν την έννοια, οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της Μαύρης Θάλασσας, της Μικράς Ασίας είχαν εξελληνιστεί πολιτισμικά, οποιαδήποτε και αν ήταν η εθνική τους καταγωγή, ακριβώς εξαιτίας της φύσης των δραστηριοτήτων τους. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα ο εξελληνισμός αυτός προχώρησε πιο ορμητικά από ότι προηγουμένως, κυρίως λόγω της σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης που αύξησε επιπλέον την εμβέλεια αλλά και τις επαφές της ελληνικής διασποράς. Το νέο και ανθηρό σιτεμπόριο της Μαύρης Θάλασσας (η οποία είχε πάψει με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, να είναι «οθωμανική» θάλασσα, και είχε ανοιχτεί στη διεθνή αγορά, ενισχύοντας τη δύναμη των Ελλήνων εμπόρων τον τελευταίο μισό αιώνα πριν από την Επανάσταση) έφερε τους Έλληνες στ ιταλικά, γαλλικά και βρετανικά επιχειρηματικά κέντρα και ενίσχυσε τους δεσμούς τους με τη Ρωσία. Η ανάπτυξη του βαλκανικού εμπορίου έφερε τους Έλληνες ή τους εξελληνισμένους εμπόρους στην Κεντρική Ευρώπη. Οι πρώτες εφημερίδες στην ελληνική γλώσσα εκδίδονται στη Βιέννη (η πρώτη ελληνική εφημερίδα είναι η Εφημερίς των αδελφών Πουλίου που εκδόθηκε στη Βιέννη την περίοδο 1791-1797, δηλαδή ακριβώς την ίδια περίοδο με τη διεξαγωγή της Γαλλικής Επανάστασης). Και ήταν ακριβώς σε αυτούς τους κόλπους της κοσμοπολίτικης διασποράς που ρίζωσαν οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης: o φιλελευθερισμός, ο εθνικισμός και οι μέθοδοι πολιτικής οργάνωσης από τις μασονικές μυστικές εταιρείες. Ο Ρήγας Φεραίος (1757-1798) ο ηγέτης ενός πρώιμου, περιορισμένου και ίσως παμβαλκανικού επαναστατικού κινήματος, μιλούσε γαλλικά και προσάρμοσε τη Μασσαλιώτιδα στα ελληνικά δεδομένα. Το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο (Hôtel Hellénophone) ονομαζόταν μια μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1809 στο Παρίσι από τον Θεσσαλονικέα Γρηγόριο Ζαλύκη, με σκοπό την πνευματική αναγέννηση και διαφώτιση των Ελλήνων και την προετοιμασία εξέγερσης των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους. Σημαντικό μέλος του ήταν ο φιλέλληνας Ωγκύστ ντε Σουαζέλ Γκουφιέ. Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας ήταν επίσης μέλος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου. Η Φιλική Εταιρεία, η μυστική πατριωτική εταιρεία η οποία ήταν κυρίως υπεύθυνη για τη στρατολόγηση μελών για την επικείμενη επανάσταση του 1821, ιδρύθηκε στο νέο μεγάλο ρωσικό λιμάνι της Οδησσού το 1814.

Ο εθνικισμός τους ήταν έως ένα βαθμό ανάλογος με τα ελιτιστικά κινήματα της Δύσης. Έτσι μόνο εξηγείται το σχέδιο εξέγερσης για την ανεξαρτησία από τους Οθωμανούς στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπό την ηγεσία Ελλήνων προυχόντων. Γιατί οι μόνοι που θα μπορούσαν να ονομαστούν Έλληνες στην εξαθλιωμένη αυτή περιοχή των δουλοπάροικων ήταν οι άρχοντες, οι επίσκοποι, οι έμποροι και οι διανοούμενοι. Η εξέγερση εκεί ξεκίνησε νωρίτερα (το Φεβρουάριο του 1821) για να ηττηθεί οριστικά τον Ιούνιο στη μάχη του Δραγατσανίου. Ευτυχώς όμως η Φιλική Εταιρεία είχε φροντίσει να προσηλυτίσει και τους ντόπιους «κλέφτες», τους εκτός νόμου και τους αρχηγούς των οικογενειών των ελληνικών βουνών, ιδίως στην Πελοπόννησο, και με πολύ μεγάλη επιτυχία, ιδίως μετά το 1818. Είναι πάρα πολύ αμφίβολο κατά πόσο αυτός ο σύγχρονος εθνικισμός σήμαινε και πολλά πράγματα για αυτούς τους «κλέφτες», αν και πολλοί από αυτούς διέθεταν τους γραμματικούς τους που συνέτασσαν μανιφέστα στην ιακωβινική ορολογία. Αν κάτι αντιπροσώπευαν και υποστήριζαν ήταν το πανάρχαιο «ήθος» μιας χερσονήσου, όπου η έννοια του παράνομου ήρωα ήταν διαδεδομένη και όπου ο εκτός νόμου ανέβαινε στα βουνά για να αντισταθεί σε κάθε κυβέρνηση και για να επανορθώσει τις αδικίες που γίνονταν εις βάρος του λαού. Αυτή η «ηθική» στη Βαλκανική χερσόνησο ήταν μία μορφή πολιτικού ιδεώδους. Στον ξεσηκωμό ανδρών όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, ο Μπότσαρης, οι εθνικιστές δυτικού τύπου πρόσφεραν την ηγεσία και τους τοποθετούσαν σε πανελλαδική μάλλον παρά καθαρά τοπική κλίμακα. Με τη σειρά τους βέβαια, αποκόμιζαν από την Επανάσταση του 1821 ένα μοναδικό στοιχείο που ενέπνεε το δέος, τον μαζικό ξεσηκωμό δηλαδή ενός ένοπλου λαού.

Ο νέοελληνικός εθνικισμός κατόρθωσε τελικά να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία της χώρας, παρόλο που ο συνδυασμός και οι μετέπειτα συγκρούσεις μεταξύ αστικής ηγεσίας και μεγαλοκαραβοκυραίων, κοτσαμπάσηδων γαιοκτημόνων, κλέφτικης αποδιοργάνωσης και Φιλικών, παράλληλα με την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων γέννησε τελικά μάλλον μία καρικατούρα του δυτικού φιλελεύθερου ιδεώδους, που καμία σχέση δεν είχε με τα συντάγματα της Επανάστασης. Ύστερα από δέκα χρόνια απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα, η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, επρόκειτο να δώσει στην Ελλάδα το πρώτο της σύνταγμα. Είχε επίσης και το παράδοξο αποτέλεσμα να περιορίσει τον Ελληνισμό στο μισό μόλις ελλαδικό χώρο, και κατά συνέπεια μέσω αυτής της ιστορικής εξέλιξης να δημιουργήσει ή να εντείνει τον λανθάνοντα εθνικισμό των άλλων βαλκανικών λαών. Την περίοδο που το να είναι κανείς Έλληνας αποτελούσε ένα σχεδόν απαραίτητο επαγγελματικό προσόν του εγγράμματου ορθόδοξου χριστιανού των Βαλκανίων, ο εξελληνισμός των βαλκανικών λαών είχε σημειώσει προόδους. Από τη στιγμή όμως που άρχισε να συνδέεται με την πολιτική υποστήριξη στην ελληνική επανάσταση, άρχισε να υποχωρεί ακόμα και ανάμεσα στις αφομοιωμένες βαλκανικές εγγράμματες τάξεις. Υπό αυτήν την έννοια, η ελληνική ανεξαρτησία ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέλιξη του εθνικισμού των υπόλοιπων βαλκανικών λαών.   

 Ενδεικτική βιβλιογραφία

-Ε. J. Hobsbawm,  Η Εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.

-Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Επιστημονικό Συμπόσιο, 21-23 Μαρτίου 1981, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981.

-Λεωνίδας Στρίγκος, Η Επανάσταση του ’21, Θεμέλιο, Αθήνα, 1966.

-Η Φιλική Εταιρεία. Επαναστατική δράση και μυστικές εταιρείες στη Νεότερη Ευρώπη, Συλλογικό έργο, Ασίνη, Αθήνα 2017.

-Λύσανδρος Παπανικολάου, Κοινωνική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 19ου αιώνα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991.

-Γιάννης Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Μάτι, Αθήνα 2005.

-Νίκος Ροτζώκος, Επανάσταση και εμφύλιος στο εικοσιένα, Πλέθρον, Αθήνα 1997. 

-Γιάννης Σκαρίμπας, Το 1821 και η αλήθεια (τόμοι Α’-Β’-Γ’), Κάκτος, Αθήνα 1995.  


* Δρ Ιστορίας ΕΚΠΑ, ερευνητή-ιστορικού  στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ)  

**Η ομιλία παρουσιάστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2021 ως συμβολή του Άλλου Τόπου Επικοινωνίας και Πολιτισμού στις εκδηλώσεις του Δήμου Ηρακλείου Αττικής για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821.  Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 034 του Hot Doc History της εφημερίδας Documento, στις 18 Μαρτίου 2018.


     



Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

«Όλα είναι δρόμος» στην πανδημία, της Γιώτας Συκκά



Αφιέρωμα της εφημερίδας "Καθημερινή", 10-3-2021, στην έκδοση για το 2021 του Άλλου Τόπου Επικοινωνίας και Πολιτισμού «Όλα είναι δρόμος, Περιδιαβαίνοντας το Ηράκλειο Αττικής».

Δείτε το άρθρο εδώ:



Στην οδό Ζεφύρου του Ηρακλείου έμενε η Γεωργία Βασιλειάδου, η οποία υπήρξε και δημοτική σύμβουλος.


Από το 2016, που παρακίνησαν τους κατοίκους του Ηρακλείου Αττικής να ανοίξουν τα οικογενειακά τους άλμπουμ και μέσω αυτών να αναδείξουν την ιστορία της πόλης τους στη διάρκεια ενός αιώνα (1880-1980), με μια έκθεση αλλά και μια έκδοση-ημερολόγιο, ο «Άλλος Τόπος επικοινωνίας και πολιτισμού» έχει κάθε χρόνο μια έκπληξη. Μια έξυπνη ιδέα για το τι σημαίνει κατανοώ την τοπική ιστορία.

Φέτος το «Όλα είναι δρόμος, Περιδιαβαίνοντας το Ηράκλειο Αττικής» προέκυψε λόγω του εγκλεισμού που επέβαλε η πανδημία. Και ο στίχος του ποιητή Γιάννη Τζανετάκη, που το 1998 έγινε τίτλος της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη με τους Γ. Αρμένη, Θ. Βέγγο, Δ. Καταλειφό, τώρα έδωσε το όνομά του στη συγκεκριμένη έκδοση, η οποία γεννήθηκε μέσα στην υγειονομική κρίση.

Είναι αλήθεια ότι από το πρώτο lockdown τον περασμένο Μάρτιο, όλοι λίγο-πολύ ανακαλύψαμε κάτι από την περιοχή όπου ζούμε αλλά δεν περπατήσαμε ποτέ άλλοτε όσο αυτούς τους μήνες. Για τους περισσότερους, η πανδημία δημιούργησε μια νέα συνθήκη βίωσης του δημόσιου χώρου, και αυτό μας έκανε να δούμε με άλλη ματιά τη σημασία του. Είναι ορισμένα από όσα επισημαίνονται στη συγκεκριμένη έκδοση, μαζί με την αξία των δρόμων της πόλης του Ηρακλείου, την ονοματοδοσία και τη μετονομασία τους, τη ζωή των κατοίκων της, το χθες με το σήμερα. Σε 271 σελίδες γεμάτες τεκμήρια (ΦΕΚ, χάρτες, δημοσιεύματα), αφηγήσεις, φωτογραφικά ντοκουμέντα και κείμενα, γίνεται λόγος για την αξία του ανοιχτού δημόσιου χώρου, τις γειτονιές, τους δρόμους και τις πλατείες, τις ταβέρνες, τις αλάνες, τις βιοτεχνίες κ.ά.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πολεοδομική ανάπτυξη του Δήμου Ηρακλείου Αττικής με αφετηρία το Βαυαρικό Αράκλι, αν και τα χνάρια του σημερινού δήμου «ακολουθούν μια τεθλασμένη πορεία περίπου 2.500 χρόνων». Με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα το 1837 ιδρύθηκε ο στρατιωτικός οικισμός των απόστρατων ανδρών της οθωνικής φρουράς, που σήμανε και την απαρχή του Παλαιού ή Άνω Ηρακλείου. Και όπως σε κάθε περίπτωση οι δρόμοι, οι τόποι έχουν τη δική τους ιστορία, σφραγισμένη από τα βιώματα των ανθρώπων.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

Συνοικία Λαμπρινή: Μνημείο στην «άγνωστη» υπηρέτρια, του Νίκου Σερβετά



Υπάρχουν δύο θεωρίες αναφορικά με την προέλευση του τοπωνυμίου «Λαμπρινή», της συνοικίας που μοιράζεται ο δήμος Αθηναίων και ο δήμος Γαλατσίου. Η πρώτη λέει ότι ονομάστηκε έτσι από τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων, προς τιμήν του προγόνου τους, Σουλιώτη οπλαρχηγού Λάμπρου Βέικου, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου το 1827. Η δεύτερη, επικρατέστερη, θέλει στο σπίτι των Βέικων να εργάζεται μια νεαρή υπηρέτρια, η Λαμπρινή, με την οποία ένας από τους Βέικους είχε ερωτικές σχέσεις. Ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες της, τής δώρισε μερικά αμπέλια που βρίσκονταν σχετικά μακριά από το αρχοντικό, στην άκρη του κτήματος.

Αν μίλαγαν αυτά τα κορίτσια

Θυμήθηκα αυτή την ιστορία - αδιαφορώντας αν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ή όχι, καθώς το ζητούμενο δεν είναι η ιστορική αναφορά, αλλά οι παγιωμένες αντιλήψεις, ακόμη και οι μύθοι, που οικοδομούν τελικά την ιστορία - όταν πριν από μερικές ημέρες, ηλικιωμένη κυρία, αστικής καταγωγής, σε συζήτηση για το επίκαιρο σήμερα στην Ελλάδα θέμα των σεξουαλικών παρενοχλήσεων από θέση εξουσίας, μας είπε: «Βρε παιδιά, αν μίλαγαν όλα αυτά τα κορίτσια που ήρθαν από το χωριό τους και δούλευαν ως οικιακές βοηθοί στα σπίτια των Βορείων Προαστείων, ξέρετε τι θα έβγαινε; Ξέρετε τι έχουν τραβήξει αυτά τα κορίτσια; Και μη νομίζετε ότι ήταν μόνο τα αφεντικά που τους ρίχνονταν. Ήταν και οι αφεντικίνες που τις πίεζαν να πάνε με τον γιό τους για να “τον μάθουν”»

Ιστορίες αυτού του είδους έχουν καταγραφεί στην τέχνη, κάθε είδους, και δεν χρειάζεται να ψάξει κάποιος πολύ για να διαπιστώσει ότι και ο κινηματογράφος βρίθει παρόμοιων σεναρίων. Για παράδειγμα, η ταινία «Σαπίλα στην αριστοκρατία» του Κώστα Καραγιάννη, το 1967, περιγράφει ακριβώς αυτό που μας είπε η φίλη μας. Μία μητέρα η οποία αποφασίζει να συνδράμει τον γιό στην απόκτηση ερωτικών εμπειριών, απολύει την ηλικιωμένη και πιστή υπηρέτρια και προσλαμβάνει νεαρή ταπεινής καταγωγής, στοιχείο που θα την εμποδίσει έστω και να απαιτήσει επισημοποίηση της σχέσης. «Κι αν συμβεί και κανένα παρατράγουδο, οι γιατροί δεν είναι μόνο για να δίνουν ασπιρίνες», λέει στον σύζυγό της.

Από το θεατρικό μιούζικαλ «Σικάγο» του 1920 και την «Μαλίτσια» στον διεθνή χώρο έως τις ελληνικές ταινίες, «Γεροδήμος» όπου στο φινάλε αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα της ψυχοκόρης «ως νόθου κόρης του μεγαλοτσέλιγκα» στο σπίτι του οποίου εργάζεται, και «Πολύ αργά για δάκρυα», όπου η κόρη υπηρέτριας εκδικείται τον φυσικό πατέρα της επειδή έδιωξε τη μάνα της όταν έμεινε έγκυος, όπως μας περιγράφει ο ιστορικός του κινηματογράφου Γιάννης Σολδάτος, καθίσταται ξεκάθαρο ότι όλα αυτά τα σενάρια είναι «εμπνευσμένα από την ίδια τη ζωή». Αυτό το ξέρουμε. Μας το έχει τραγουδήσει και ο Βασίλης Νικολαϊδης στην «Ιστορία της Μαρίας ΙΙ»

Κι όταν έφευγαν τ’ αφεντικά

της την έπεφτε ο γιος στα μουλωχτά

Και ο γέρος τη Μαρία εκβιάζει

“Με αποπλάνηση ανηλίκου φυλακή”

Κι αναγκάζεται αυτή να του δοθεί


Το βλέπουμε στα μάτια

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μεγαλωμένος «στη σάπια αριστοκρατία» για να μπορεί να ανασύρει μνήμες από το στενό του περιβάλλον. Το βλέπουμε σ’ αυτό που θέλει να θάψει βαθιά μέσα της η συνάδελφος, η φίλη, ακόμα και η γυναίκα τού πολύ πιο στενού περιβάλλοντος, σ΄ αυτό το «κάτι» στο οποίο δεν αναφέρεται ποτέ, τουλάχιστον δυνατά. Εμείς απορούμε, βλέποντας τα μάτια τους να θολώνουν, όταν η συζήτηση αγγίζει τέτοια θέματα. Το ξεπερνάμε με επιφανειακή μεν ευκολία, αλλά κρατώντας μέσα μας την απορία, «τι έπαθε αυτή τώρα;»

Η παρενόχληση δεν αφορά μόνο κορίτσια. Πόσα αγόρια δεν «ανδρώθηκαν» από τη φίλη της μαμάς ή τη μαμά του φίλου; Ίσως τότε να κολακεύτηκαν που μια μεγαλύτερη γυναίκα τους έβλεπε σαν «άνδρες». Ίσως όταν αυτό συνέβαινε να μην το εκλάμβαναν ως «βιασμό», καθώς στα κοινωνικά στερεότυπα είναι διαφορετικά τα μέτρα κι τα σταθμά. Όμως, πρωτοετής φοιτητής ψυχολογίας μπορεί να διαβεβαιώσει ότι σε βάθος χρόνου η εμπειρία καταγράφεται ως «τραυματική».

Το κίνημα MeToo ήρθε από τις ΗΠΑ. Όμως η παρενόχληση, η εκμετάλλευση, ο βιασμός, η χρήση με λίγα λόγια του σεξ ως εργαλείου επιβολής εξουσίας κάθε είδους, υπήρχε στις κοινωνίες. Σήμερα το αναδεικνύουν κυρίως καλλιτέχνες και αθλητές. Άνθρωποι που, με τον τρόπο του ο καθένας, επιτρέπεται να «γδύνονται μπροστά στο κοινό». Κι όταν αυτό όλο ξεφουσκώσει, όταν κάτι άλλο, εξίσου αποκρουστικό πάρει τη θέση του στην επικαιρότητα και τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας, ας κρατήσουμε στο μυαλό μας σαν μνημείο στην άγνωστη υπηρέτρια, υπηρέτρια κάθε είδους όχι μόνο οικιακή βοηθό, τη «Λαμπρινή». Για να θυμόμαστε ότι MeToo μας έχουν πει χιλιάδες φορές, όχι μόνο με το στόμα αλλά και με τα μάτια, με την κίνηση, με τον τρόπο τους, πολλοί άνθρωποι γύρω μας. Και τότε η ψυχή μας ν’ αγκαλιάσει απαλά τον πόνο του άλλου που είναι και δικός μας, και η φωνή μας να ξαναπεί με τον τρόπο του τότε και πάντα: Όχι πια, ποτέ πια!

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "ΕΠΟΧΗ", 28-2-2021:


https://www.epohi.gr/article/38238/synoikia-lamprinh-mnhmeio-sthn-agnosth-yphretria

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Ζήτω που καήκανε οι Μυκήνες… Λιγάκι!, της Δήμητρας Κουντή*

 


"Ήταν και πάλι Αύγουστος του 2007 όταν οι φωτιές που κατάκαιγαν την Ηλεία και άφηναν πίσω τους 63 νεκρούς, χιλιάδες ζώα και σπίτια καμένα και ανυπολόγιστες καταστροφές σε καλλιεργημένες και δασικές εκτάσεις, περικύκλωσαν και τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας. Η τραγωδία από τις καταστροφικές πυρκαγιές ανείπωτη και η αμηχανία για όλους εμάς που καλύπταμε δημοσιογραφικά  τη φωτιά που πλησίαζε και απειλούσε το Ιερό Άλσος και το Μουσείο της Ολυμπίας, έκδηλη. Πώς να περιγράψεις τον πύρινο κλοιό που «έγλυφε» τις αρχαιότητες όταν είχαν χαθεί τόσες ανθρώπινες ζωές;..."

*Αναδημοσίευση από την ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ της Εφημερίδας "Η ΑΥΓΗ"

Δημοσίευση: 02 Σεπτεμβρίου 2020, 20:30

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στον σύνδεσμο:

ekane-oi-mykenes-ligaki-?fbclid=IwAR3_R9yDt17ad5EHX7iZm_yGxDJcm-q7t6mH0Q2wtYdzteiXmYFiOTrtEbs

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Γιατί ηττήθηκαν οι Έλληνες από τους κεμαλικούς το '22, του Βλάση Αγτζίδη

«…Ακόμα και σήμερα δεν έχει σιγάσει η διαμάχη γύρω από το ζήτημα γιατί οι ελληνικές δυνάμεις, που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστροφική ήττα».
DOUGLAS DAKIN, «Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923», εκδόσεις ΜΙΕΤ

 

Η ήττα του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1922 από τους κεμαλικούς εθνικιστές έθεσε τέλος σε μια επώδυνη ιστορική διαδικασία, κατά την οποία η προνεοτερική, πολυεθνική, ισλαμική Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρούσε τη θέση της στο έθνος-κράτος, στη νέα πολιτειακή μορφή που εμφανίστηκε στην ιστορία του ανθρώπου με το δυτικό Διαφωτισμό. Με την ελληνική ήττα στις 13 Αυγούστου 1922 (με το παλαιό ημερολόγιο), ο πολυεθνοτικός οθωμανικός χώρος μετατρεπόταν αποκλειστικά σε μονοεθνικό τουρκικό. Όσοι από τις πολυάνθρωπες χριστιανικές κοινότητες (Έλληνες της Ανατολής, Αρμένιοι, Ασσυροχαλδαίοι) δεν εξοντώθηκαν, υποχρεώθηκαν να εκπατριστούν. Ενώ οι πολυεθνοτικοί και πολύγλωσσοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί υποχρεώθηκαν από το νέο κράτος που δημιούργησε ο Μουσταφά Κεμάλ και οι Νεότουρκοι σύντροφοί του να μεταμορφωθούν σε εθνικά Τούρκους.

Η ήττα των Ελλήνων - και συνακόλουθα και των Αρμενίων - υπήρξε η επιβράβευση της πολιτικής που είχε υιοθετήσει η ακροδεξιά τάση των Νεότουρκων (Τζεμάλ, Ενβέρ, Ταλαάτ) που είχε καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία από το 1908. Παρ’ ότι η διαδικασία δημιουργίας έθνους-κράτους ήταν βίαιη, όπως κάθε μορφή διοίκησης που εμπεριέχει την κυριαρχία επί ανόμοιων πληθυσμών, εν τούτοις με τους Νεότουρκους εμφανίστηκαν κάποια νέα χαρακτηριστικά. Η πρωτοτυπία των Νεότουρκων ήταν ότι για πρώτη φορά στα σύγχρονα χρόνια μια εξουσία, τελείως ψύχραιμα:

*επιλέγει εξαρχής ρατσιστικά κριτήρια,

*εντοπίζει και προγράφει τα θύματα,

*διαμορφώνει και διαχέει στους υπόλοιπους μια ιδεολογία μίσους,

*ακολουθεί μεθόδους κοινωνικού αποκλεισμού των στοχοποιημένων πληθυσμών,

*συγκροτεί και οργανώνει σε ήρεμους καιρούς παρακρατικούς μηχανισμούς που θα αναλάβουν τη «βρομοδουλειά» όταν το επιτρέψουν οι γενικότερες συνθήκες.

Αυτά ακριβώς έκαναν για πρώτη φορά στη σύγχρονη εποχή οι Τούρκοι εθνικιστές με τη βοήθεια των Γερμανών ιμπεριαλιστών και τα κορύφωσαν 20 χρόνια μετά οι ναζί.

...και στρατιώτες εκκενώνουν τη Μικρά Ασία

...και στρατιώτες εκκενώνουν τη Μικρά Ασία

 Ντόπιοι και ξένοι

Ο Μουσταφά Κεμάλ θα εκφράσει αυτή την πολιτική μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν θα συγκροτήσει το εθνικιστικό του μέτωπο, εκδιώκοντας σκληρά τους Οθωμανούς αντιπάλους του που αρνούνταν την εθνικιστική του ατζέντα, καθώς και τις μη τουρκικές μουσουλμανικές μειονότητες που προσπάθησαν να αρθρώσουν έναν αυτόνομο λόγο. Αφού εξόντωσε κάθε πραγματικό ή δυνητικό αντίπαλο εντός του μουσουλμανικού χώρου, προσπάθησε επιτυχημένα - παρ’ ότι υπήρξε ένας αντικληρικαλιστής μεσοπολεμικός ακροδεξιός- να ενδυθεί το ρόλο του gazi, δηλαδή του ιερού πολεμιστή του Κορανίου, και να κηρύξει τζιχάντ, δηλαδή «ιερό πόλεμο κατά των απίστων».

Με τη βοήθεια των Ιταλών και των Σοβιετικών κατ’ αρχάς, των Γάλλων στη συνέχεια, την ουδέτερη στάση των ΗΠΑ αλλά και των Βρετανών αρκετά αργότερα, θα καταφέρει να συντρίψει τον ελληνικό στρατό, το αξιόμαχο του οποίου είχε καταβαραθρωθεί εξαιτίας της πολιτικής των Μοναρχικών, αλλά και των Ελλαδικών κομμουνιστών του Πουλιόπουλου.

Η διαμόρφωση ενός αρνητικού σκηνικού σχετιζόταν με πλήθος παραγόντων, όπως:

-η εγκατάλειψη των Ελλήνων του Πόντου στη μοίρα τους από τις κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος,

-η άρνηση δημιουργίας ντόπιου μικρασιατικού στρατού τη στιγμή που άρχισαν να κυριαρχούν τάσεις αποχώρησης της Ελλάδας από τη Μικρά Ασία,

-η σύγκρουση στα υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά κλιμάκια,

-η άρνηση του Ιωάννη Μεταξά να αναλάβει την αρχιστρατηγία του ελληνικού στρατού μετά την αποπομπή του Παπούλα,

-η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον περιορισμένης ικανότητας Χατζηανέστη,

-η αποδυνάμωση του μετώπου λόγω της επιχείρησης κατάληψης της Κωνσταντινούπολης κ.λπ.

 Οι ανταποκρίσεις του Χέμινγουεϊ

Η συντριβή των Ελλήνων τον Αύγουστο του 1922 και τα όσα τραγικά επακολούθησαν της νίκης των κεμαλικών δεν υπήρξαν ένα νομοτελειακό γεγονός, αλλά απόρροια της διαχείρισης μιας μοναδικής ευκαιρίας από τις ελλαδικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα περιγράφει ο Αμερικανός συγγραφέας Έρνεστ Μίλερ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway), ο οποίος κάλυπτε δημοσιογραφικά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Οι ανταποκρίσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Για την πολιτική των μοναρχικών και του Λαϊκού Κόμματος μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 έγραψε: «Οι Έλληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και, σίγουρα, κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από το στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του Γουίταλ. Πιστεύει ότι οι τσολιάδες θα είχαν καταλάβει την Άγκυρα και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί. Όταν ο Κωνσταντίνος ήρθε στην εξουσία, όλοι οι Έλληνες αξιωματικοί που ήταν σε επιτελικές θέσεις υποβαθμίστηκαν αμέσως σε χαμηλότερες θέσεις. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν πάρει τα γαλόνια τους με ανδραγαθήματα στο πεδίο της μάχης. Ήταν έξοχοι πολεμιστές και σπουδαίοι ηγέτες. Αυτό δεν εμπόδισε το κόμμα του Κωνσταντίνου να τους διώξει και να τους αντικαταστήσει με αξιωματικούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ τους να πέφτει ούτε μία τουφεκιά. Αυτό είχε αποτέλεσμα να σπάσει το μέτωπο».

————————————————————————-

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα της εισαγωγής στην συλλογική έκδοση: «Ε-Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας (2014), με τίτλο «Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος»,
 με κείμενα των Taner Akçam, Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Pervin Erbil, Fuat Dundar, Μehmet Akyol, Izmail Besiktzi, Sait Çetinoğlu, Sibel Ozbundan Γιάννη Σκαλιδάκη κ.ά.

 

 

 


Η Μικρασιατική Καταστροφή και το τέλος μιας ιστορικής διεργασίας, του Βλάση Αγτζίδη

Το τέλος αυτής της ιστορικής διαδικασία θα γραφτεί μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη Μικρασιατικής Εκστρατεία. Η εμπλοκή της Ελλάδας με την Μικρασιατική Εκστρατεία θα διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο. Με τη Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) στους Έλληνες - που το 1914 το ποσοστό τους με τις διάφορες εκτιμήσεις κυμαινόταν από το 13% έως 25% –  θα αποδοθεί το 6% περίπου του πάλαι ποτέ κοινού οθωμανικού εδάφους. Σημαντικά εδάφη της Ανατολίας θα αποδοθούν στους Αρμένιους, ενώ θα υπάρξει και κουρδική αυτονομία. Οι Τούρκοι διατηρούσαν την κυριαρχία τους στο μεγαλύτερο μέρος του παλιού οθωμανικού εδάφους, καθώς και στην έδρα του ισλαμικού Χαλιφάτου, την Κωνσταντινούπολη. Με τον τρόπο αυτό διαμορφωνόταν ο γεωπολιτικός χάρης της επόμενης μέρας και στη θέση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που πλέον διαλυόταν οριστικά, δημιουργούνταν εθνικά κράτη με τη γνωστή επώδυνη διαδικασία που είχε γνωρίσει η Ανατολή από το 1821 και εντεύθεν.

Ο μεταοθωμανικός κόσμος

Η περίοδος που ακολούθησε την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν η πλέον αποφασιστική ιστορική στιγμή για τη διαμόρφωση του μεταοθωμανικού γεωπολιτικού κόσμου. Η ήττα των Γερμανο-αυστριακών, των Νεότουρκων κ.ά. στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα επιφέρει τη ρύθμιση των μεταπολεμικών γεωπολιτικών και οικονομικών ισορροπιών και σχέσεων με δύο σημαντικές συνθήκες: των Βερσαλλιών και των Σεβρών. Στις ηττημένες χώρες θα εμφανιστούν, σχεδόν άμεσα, ακροδεξιά κινήματα αναθεώρησης. Στην Γερμανία, οι ναζιστές θα εκφράσουν τελικά το κίνημα δυσαρέσκειας που επεδίωκε την ανατροπή των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στην υπό διάλυση Οθωμανική Αυτοκρατορία, το αντίστοιχο κίνημα θα εκφραστεί από τους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ Πασά. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αναθεώρησης θα εμφανιστούν ακραίες ρατσιστικές ιδεολογίες: οι Τούρκοι εθνικιστές θα εξοντώσουν ολοκληρωτικά τις χριστιανικές κοινότητες, ενώ οι Ναζί τους Εβραίους και τις άλλες ‘ανεπιθύμητες’ εθνικές ή φυλετικές ομάδες. Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ πασά θα κηρύξει τον Ιερό Πόλεμο κατά των «απίστων» (jihad) και ο ίδιος θα αυτοανακηρυχθεί Gazi, δηλαδή «Ιερός Πολεμιστής για τη διάδοση του Ισλάμ».

Η τοποθέτηση των Τούρκων ιστορικών και ερευνητών, και κυρίως του Attila Tuygan, του Ali Sait Çetinoğlu και του Recep Maraşlı, για το περιεχόμενο του κεμαλικού κινήματος επιτρέπει την αποκωδικοποίησή του και την απαλλαγή από τους μύθους που το ακολουθούν και αποτελούν την κυρίαρχη εκδοχή της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, ειδικά αυτής που μελετά τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες και τις διαδικασίες του μεγάλου γεωπολιτικού μετασχηματισμού (1908-1923). Το κεμαλικό κίνημα ως ιστορική κατηγορία εντάσσεται στα ακροδεξιά ολοκληρωτικά και αναθεωρητικά κινήματα του Μεσοπολέμου και αποτελεί εν πολλοίς τον προάγγελο πολλών εξ αυτών.

Όπως γράφτηκε παραπάνω, το τελευταίο στάδιο αυτού του μετασχηματισμού θα ταυτιστεί με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922. Το στάδιο αυτό θα χαρακτηριστεί από τη ραγδαία αλλαγή του διεθνούς περιβάλλοντος, την επικράτηση των απομονωτιστικών απόψεων, στο μπολσεβικικό κίνημα, τα αποκλίνοντα συμφέροντα των Ιταλών και των Γάλλων, την αποστασιοποίηση των ΗΠΑ και την ουδετεροποίηση της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτά, συνδυασμένα με τον ελληνικό Διχασμό (δηλαδή τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο), την αντίδραση και το αντιμικρασιατικό πνεύμα που κυριαρχούσαν στο Λαϊκό Κόμμα και τη φιλομοναρχική παράταξη, μαζί με την ασυνέπεια του βενιζελισμού, που προκήρυξε εκλογές εν μέσω του μικρασιατικού πολέμου και τη διαμόρφωση μιας μικρής παλαιοελλαδικής ντεφετιστικής Αριστεράς (ΣΕΚΕ) που συνεργάστηκε με τους μοναρχικούς σε μια αντιπολεμική, αντιμικρασιατική πλατφόρμα στις παραμονές των μοιραίων εκλογών του 1920, οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή και την κυριαρχία του τουρκικού εθνικισμού στο σύνολο των παλιών οθωμανικών πολυεθνικών εδαφών.

-------------

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα της εισαγωγής στην συλλογική έκδοση ων «Ε-Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας (2014), με τίτλο «Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος»,
με κείμενα των Taner Akçam, Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Pervin Erbil, Fuat Dundar, Μehmet Akyol, Izmail Besiktzi, Sait Çetinoğlu, Sibel Ozbundan Γιάννη Σκαλιδάκη κ.ά.

 

 

 

 


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Εσωτερική καταστολή και εθνικές εκκαθαρίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, του Βλάση Αγτζίδη

Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of  London» με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου “Ένωση και Πρόοδος” που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Η αφομοίωση δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι Μουσουλμάνοι. Bασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής των Νεότουρκων υπήρξε το μποϊκοτάζ κατά των ελληνικών επιχειρήσεων, που στη συνέχεια θα επεκταθεί και κατά των Αρμενίων και των υπόλοιπων χριστιανικών κοινοτήτων. Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η σοσιαλιστική εφημερίδα “Ο Λαός”, που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη.

Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Gokalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ένα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».

Υπάρχουν καταγγελίες ότι από το 1913 ξεκίνησαν οι μαζικές εκτοπίσεις από την περιοχή των Δαρδανελίων. Ο John Williams γράφει ότι μια αποστολή ανέφερε ότι στις 7 του Ιουλίου του 1913 τα οθωμανικά στρατεύματα συνέλαβαν τους Έλληνες της Καλλίπολης με βίαιο τρόπο και ότι «καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν και κάηκαν όλα τα ελληνικά χωριά κοντά στην Καλλίπολη.»

Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της Επιτροπής θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Έλληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η «εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, “Ben Yazdim”). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Taner Aksam αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή Ένωση και Πρόοδος πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Έλληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Έλληνες. Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας».

Ο δρ. Sakir, ηγετικό στέλεχος της Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» ΕΚ, διακήρυσσε το Φεβρουάριο του 1916: «Είναι επιτακτική η ανάγκη να υπάρχει μόνο ένας μουσουλμανικός πληθυσμός από την Κωνσταντινούπολη προς την Ινδία και την Κίνα, με τη Συρία να χρησιμεύει ως σύνδεσμος μεταξύ των ισλαμικών κόσμων της Ασίας και της Αφρικής. Αυτό το τεράστιο έργο θα επιτευχθεί μέσα από την επιστημονική ιδιοφυΐα και οργανωτικό ταλέντο των Γερμανών και το γενναίο χέρι των Τούρκων

Η πολιτική αυτή θα αποδώσει άμεσα: «Αυστραλοί στρατιώτες, ναύτες και πιλότοι είδαν πορείες των Αρμενίων, Ασσυρίων και των Ελληνίδων γυναικών και παιδιών που αναγκάζονται σε πορείες θανάτου κατά μήκος της υπαίθρου. Είδαν σε ποια θλιβερή και ταλαιπωρημένη κατάσταση ήταν. Τα σπίτια, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία αυτών των ανθρώπων έγιναν τα στρατόπεδα κράτησης των συλληφθέντων Αυστραλών στρατιωτών (Anzacs) και των συμμάχων τους.»

Από το 1916 η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί με ιδιαίτερη ένταση στον Δυτικό Πόντο. Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Pallavicini (Παλαβιτσίνι) έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: “Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς.” Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχίπ πασά (Vehib pacha), ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης. Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι (Kwiatkowski) ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.

Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού. Εξάλλου του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι: “Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.”  Και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζύρη) είχε αναφέρει ότι: “βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα, να ξοφλήσει με τους Έλληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους.” Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από “… τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία.

 Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του Πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων αυτής της πολιτικής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η «Μαύρη Βίβλος», συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά.

---------------------

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας - μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα της εισαγωγής στην συλλογική έκδοση: «Ε-Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας (2014) με τίτλο «Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος»,
 με κείμενα των Taner Akçam, Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Pervin Erbil, Fuat Dundar, Μehmet Akyol, Izmail Besiktzi, Sait Çetinoğlu, Sibel Ozbundan Γιάννη Σκαλιδάκη κ.ά.

 

 

 


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού. Ανοίγει ο Ασκός του Αιόλου, του Βλάσης Αγτζίδη

Η εμφάνιση του επαναστατικού κινήματος στην Κρήτη απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα και η αυτονόμηση του νησιού, όπως επίσης οι ελληνικές και βουλγαρικές επαναστάσεις στη Μακεδονία, θα ευνοήσουν την ισχυροποίηση των εθνικιστικών απόψεων στο εσωτερικό του οθωμανικού στρατού. Παράλληλα, η κοινωνική θέση των αστών των ραγιάδων στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα τροφοδοτήσει με ανασφάλεια και μίσος τα παραδοσιακά μουσουλμανικά κυρίαρχα στρώματά της. Έτσι θα εμφανιστεί ο ακραίος τουρκικός εθνικισμός στο πρόσωπο των Νεότουρκων στρατιωτικών. Το ενδιαφέρον στην τουρκική περίπτωση είναι ότι εξ αιτίας της απουσίας σημαντικών μουσουλμανικών αστικών στρωμάτων, οι στρατιωτικοί επιφορτίστηκαν το ρόλο της αστικής τάξης. Η διεκδίκηση της οικονομικής ισχύος από τους αστούς των ραγιάδων ήταν μια από τις βασικές αιτίες της στρατιωτικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας.

Ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Ήταν ο κύριος παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής. Με την εμφάνισή του ο όρος «Τούρκος» άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ως «Τουρκία». Οι νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών θα είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, θα επιδιώξουν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών και αφετέρου, την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων.

Η περίπτωση του Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp) αποτελεί μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ενός διανοούμενου, επηρεασμένου από το ρομαντικό και φυλετικό εθνικισμό. Υπήρξε ο πατέρας του ιδεολογικού ρεύματος του παντουρκισμού, ως Νεότουρκος συνέβαλε διοικητικά στην οργάνωση του σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης των χριστιανικών λαών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και στο τέλος ανέλαβε την ιδεολογική ανασυγκρότηση της εθνικιστικής Τουρκίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Ziya Gökalp πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ’ αυτήν σ’ ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα (compact body). Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του A Shameful Act, υποστηρίζει ότι ο Gökalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την επίδειξη της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gökalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια». Χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία για να μετακενώσει τις ιδέες του στο μουσουλμανικό οθωμανικό πληθυσμό και ενσωμάτωσε με ένα ακραία εργαλειακό τρόπο τα σχήματα του Νίτσε. Όπως γράφει σε ποίημά του: «Ο ύψιστος Θεός έπλασε τον Τούρκο ανώτερο..» Παράλληλα τονίζει την υπερηφάνεια της θρησκευτικής ομολογίας, ενσωματώνοντας το Ισλάμ στην εξυπηρέτηση του εθνικιστικού φαντασιακού: «Κι αν δεν έχουμε επιστήμη, έχουμε το Κοράνι…»

 Ziya Gökalp (23 March 1876 – 25 October 1924)

Φωτογραφία: https://www.sozcu.com.tr/

Επηρεάζοντας τους Ναζί

Στην περίπτωση του Gökalp συναντούμε μια πρωτόλεια εκδοχή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, όπου βασικό ρόλο στην τελική διαμόρφωσή της - όπως και της νεοτουρκικής βεβαίως σε πολύ απλοϊκότερη εκδοχή - έχουν οι απόψεις του Νίτσε, οι οποίες εκχυδαΐστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εργαλειακά. Στη ναζιστική ρητορική εντάσσεται ο θαυμασμός του Νίτσε για τη σκληρότητα, τη δύναμη, τον υπεράνθρωπο, όπως και η λατρεία του για τον ανώτερο άνθρωπο που συμβαδίζει με την επιθυμία εξαφάνισης των ξεπεσμένων φύλων. Ακριβώς το ίδιο παρατηρείται στο έργο του. Χαρακτηριστική είναι η παραδοχή του ιδίου στο περιοδικό  «Yeni Hayat» τo 1911, όπου περιέγραφε τον νέο άνθρωπο της νεοτουρκικής Νέας Τάξης: «Οι Τούρκοι ήταν οι “υπεράνθρωποι” που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…»

Ακριβώς έναν τέτοιο «υπεράνθρωπο», Γερμανό αυτή τη φορά, θα ονειρευτεί ο Αδόλφος Χίτλερ 15 χρόνια αργότερα. Όπως η προπαγάνδα του Χίτλερ είχε βασιστεί σε κώδικες με τους οποίους οι γερμανικές μάζες ήταν απολύτως συμφιλιωμένες, έτσι και ο τουρκικός εθνικισμός θα βασιστεί στους θρησκευτικούς κώδικες με τους οποίους αποδέχονταν οι μουσουλμανικές μάζες. Ο φυλετισμός, που βρήκε το αποκορύφωμά του στη ναζιστική ρητορική, ενυπήρχε στην κουλτούρα της γερμανικής Δεξιάς και καλλιεργήθηκε συστηματικά από τους Νεότουρκους εθνικιστές.

Tις απόψεις αυτές υλοποίησαν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν εκπαιδευτεί στις δυτικές χώρες και προσπάθησαν να ντύσουν με τις αξίες του διαφωτισμού τις ρατσιστικές επιδιώξεις του παντουρκισμού. Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα». Η αντίληψη που διαμόρφωσε η νεοτουρκική ηγεσία στους αξιωματικούς που προσχώρησαν στο κίνημα, εμπεριείχε την επιφύλαξη, αν όχι και την εχθρότητα απέναντι στο λαό. Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται.

---------

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα της εισαγωγής στην συλλογική έκδοση: «Ε-Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας (2014) με τίτλο «Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος».
 με κείμενα των Taner Akçam, Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Pervin Erbil, Fuat Dundar, Μehmet Akyol, Izmail Besiktzi, Sait Çetinoğlu, Sibel Ozbundan Γιάννη Σκαλιδάκη κ.ά.

 

 

 


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Ταξικές και κοινωνικές διαστρωματώσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, του Βλάση Αγτζίδη

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την Συνθήκη των Σεβρών που υπεγράφη στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920, ο «Άλλος Τόπος Επικοινωνίας και Πολιτισμού» δημοσιεύει, σε συνέχειες, πέντε άρθρα του διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας Βλάση Αγτζίδη που πραγματεύονται τις ταξικές και κοινωνικές διαστρωματώσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις παραμονές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, την εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού, την εσωτερική καταστολή και τις εθνικές εκκαθαρίσεις στη «θνήσκουσα» Αυτοκρατορία, τη Μικρασιατική καταστροφή που σήμανε το τέλος μιας ιστορικής διαδικασίας , καθώς και τα αίτια της ελληνικής ήττας.

Επιπλέον μέσω της ανάλυσης του ιστορικού γίγνεσθαι της κρίσιμης αυτής περιόδου, ανιχνεύεται το υπόβαθρο του σημερινού τουρκικού καθεστώτος και των, αν μη τι άλλο, «περίπλοκων» ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ευχαριστούμε θερμά τον Δρ. Β. Αγτζίδη για την πολύτιμη συνεισφορά του στον εμπλουτισμό του blog του Συλλόγου μας.


Ταξικές και κοινωνικές διαστρωματώσεις στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία στις παραμονές
του Α' Παγκοσμίου Πολέμου

Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν το 1914 φαίνεται ότι ήταν περί τα 2.2 εκατομμύρια (1.8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωνσταντινούπολη) σ’ ένα συνολικό πληθυσμό 10 περίπου εκατομμυρίων. Η οικονομική τους ισχύ ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.

Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε Οθωμανούς Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων  το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1921, στην Κωνσταντινούπολη, τα 171 από τα 257 εστιατόρια ανήκαν σε Έλληνες, όπως και οι 444 από 471 ποτοποιίες και οι 528 από τις 654 επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου. Παράλληλα διέθεταν μια πλήρη εκπαιδευτική δομή με εκατοντάδες σχολεία αλλά και υψηλού επιπέδου ιδρύματα, όπως τη Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωνσταντινούπολη), την Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, την Ιερατική Σχολή στο Ζιντζίντερε (Καππαδοκία) κ.ά. Εντυπωσιακός είναι κι ο αριθμός των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν. Μόνο στη Σμύρνη, οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ανέρχονται σε 135. Η μακροβιότερη ήταν η «Αμάλθεια» (1838-1922). Άλλες σημαντικές εφημερίδες: η «Αρμονία» (1880-1922) και η σοσιαλιστική «Ο Εργάτης» (1908-1922).

Σε ιδεολογικό επίπεδο οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται από μια ώριμη εθνική συνείδηση, απόρροια κυρίως του ρεύματος του νεοελληνικού διαφωτισμού που από την προεπαναστατική περίοδο είχε τα μεγάλα του κέντρα στην Κωνσταντινούπολη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη κ.ά. και της συνεχούς ύπαρξης λόγιας τάξης. Η συγκρότηση της Ελλάδας ως έθνους-κράτους ενίσχυσε τις διαδικασίες συνειδητοποίησης των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας ως μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίικης. Η διαδικασία αυτή όμως δεν υπήρξε απόρροια μιας κρατικής πολιτικής της Ελλάδας, αλλά αφενός της δραστηριοποίησης των Μικρασιατών (κυρίως με τον Σύλλογο Μικρασιατών «Ανατολή») που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την εποχή της Επανάστασης και εντεύθεν και αφετέρου της φυσιολογικής ιδεολογικής εξέλιξης που απορρέει από την ανάπτυξη αστικών σχέσεων και την επέκταση της οικονομίας της αγοράς.

Παρόλη όμως την εδραιωμένη εθνική ταυτότητα, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέλεξαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις αποσχιστικές και διαλυτικές κινήσεις. Μόνο όταν η προοπτική της δημοκρατικής μετεξέλιξης ακυρώθηκε από το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων και υπέστησαν την προαποφασισμένη Γενοκτονία από το 1914, αποφάσισαν να υποστηρίξουν την πολιτική τους αυτοδιάθεση. Η αναγκαστική αυτή επιλογή θα εκφραστεί μετά το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου με το αίτημα για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στο μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο και με την Ένωση με την Ελλάδα, ή την αυτονόμηση, της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.

-----------

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας.-μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα της εισαγωγής στην συλλογική έκδοση: «Ε-Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας (2014) με τίτλο «Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος»,
 με κείμενα των Taner Akçam, Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Pervin Erbil, Fuat Dundar, Μehmet Akyol, Izmail Besiktzi, Sait Çetinoğlu, Sibel Ozbundan Γιάννη Σκαλιδάκη κ.ά.


Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Μία ημέρα, τρεις επέτειοι, του Πέτρου Παπακωνσταντίνου



Αντιφασιστική νίκη, Νύχτα της Ευρώπης, τυμβωρύχοι της Marfin

Σαν σήμερα, πριν από 75 χρόνια, το Γ’ Ράιχ συνθηκολόγησε άνευ όρων στους Συμμάχους, ενώ η κόκκινη σημαία ανέμιζε στην ταράτσα του Ράιχσταγκ. Η συνθηκολόγηση υπεγράφη αργά τη νύχτα της 8ης προς 9η Μαίου, στο Βερολίνο. Λόγω της διαφοράς ώρας, τα ημερολόγια έγραφαν 8 Μαίου στη Δυτική Ευρώπη και 9 Μαίου στην Ανατολική, λες και μια σατανική συνωμοσία των άστρων προοιωνιζόταν τη μελλοντική διαίρεση. Έκτοτε, Δυτικοί και Ανατολικοί γιόρταζαν με μία ημέρα διαφορά και με διαφορετικό τρόπο το κοινό έπος.

Όσοι έτυχε να βρεθούν στη Μόσχα κάποια 9η Μαίου, έζησαν μια εμπειρία ζωής. Αυτό που τους έμεινε δεν ήταν τόσο η εντυπωσιακή στρατιωτική παρέλαση, σύμβολο κρατικής ισχύος και διεθνών φιλοδοξιών, αλλά εκείνη η γνήσια, παλλαϊκή γιορτή μνήμης και περηφάνιας σε κάθε γειτονιά, σε κάθε πολυκατοικία, σε κάθε μαγαζί, με αποκορύφωμα τη συγκινητική πορεία του Αθάνατου Τάγματος, με εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες να παρελαύνουν κρατώντας στα χέρια φωτογραφίες των προγόνων τους που πέθαναν για να ζήσει η Ευρώπη ελεύθερη από τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο:

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Δύο παρεμβάσεις του ιστορικού Αντώνη Λιάκου σχετικά με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου1967


Έντυπη έκδοση (21-4-2020) της Εφημερίδας των Συντακτών
Η εξωτικοποίηση της δικτατορίας
Αντώνης Λιάκος

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/240044_i-exotikopoiisi-tis-diktatorias


Αν και έχουν περάσει 53 χρόνια, δηλαδή πάνω από μισός αιώνας, από την 21η Απριλίου 1967, εν τούτοις οι συγκρίσεις με τη δικτατορία δεν έχουν λείψει, προκαλώντας βέβαια την αγανάκτηση των νουνεχών. Πράγματι φαίνονται παράξενες οι αναλογίες με γεγονότα μισού αιώνα πριν, όπως παράξενη φαινόταν τότε και η αναλογία που επιχειρούσε η δικτατορία με την οικειοποίηση του όρου «Επανάστασις» από το 1909. Οι τρεις χρονολογίες 2020-1967-1909 απέχουν λίγο-πολύ ισομερώς μεταξύ τους.

Πάντως γινόταν λιγότερο λόγος στη δεκαετία του 1960 για το 1909 απ’ ό,τι στα χρόνια μας για τη δικτατορία. Βέβαια σε εκείνον τον μισό αιώνα είχαν συμβεί γεγονότα καταλυτικά και τραυματικά (1912-1922 και 1940-1949), αλλά και σε τούτον τον μισό αιώνα που μας χωρίζει από τη δικτατορία, αν και έχουν συμβεί γεγονότα σημαντικά, παραμένει ισχυρή η ηθική καταδίκη της δικτατορίας.

Εκείνο που θέλω να σχολιάσω εδώ είναι αυτή η αγανάκτηση που βλέπει κανείς στη δημόσια σφαίρα κάθε φορά που γίνεται οποιαδήποτε σύγκριση πολιτικών γεγονότων ή αποφάσεων με τη χούντα. Νομίζω ότι πρόκειται για μια εξωτικοποίηση της δικτατορίας, μια θεώρησή της ως κάτι «ανώμαλο» στην πορεία της ελληνικής ιστορίας και οποιαδήποτε σύγκριση ως «βέβηλη». Η δικτατορία όμως ήταν βαθιά ριζωμένη στις συνέχειες της ελληνικής ιστορίας.


Η ιδεολογία της ήταν εκείνη της εθνικοφροσύνης και της πειθαρχίας που καλλιεργούνταν στο σχολείο και στον δημόσιο λόγο. Τους μηχανισμούς της παρακολούθησης και του φακελώματος των πολιτών δεν τους επινόησε η δικτατορία, ούτε το νομικό οπλοστάσιο με το οποίο κατεδίωκε τους αντιπάλους της. Η δικτατορία επίσης επωφελήθηκε από την οικονομική ανάπτυξη της μεταπολεμικής εικοσαετίας, από μια διεθνή χρυσή εποχή, φτάνοντας στις αρχές του 1970 την ανεργία στα κατώτατα επίπεδα. Έως τώρα βλέπαμε τα στοιχεία ρήξης της δικτατορίας, καιρός να δούμε και τα στοιχεία συνέχειας.

Υπάρχουν ζητήματα που τώρα είναι χειρότερα από εκείνη την εποχή; Ναι υπάρχουν.

Η έκταση της ανεργίας και της ανασφάλιστης, απλήρωτης και αρρύθμιστης εργασίας είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα. Όχι γιατί τότε είχαν δικαιώματα οι εργάτες και μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν, αλλά γιατί το οικονομικό μοντέλο της δικτατορίας ήταν διαφορετικό, συμπίεζε μεν την αμοιβή της εργασίας πολύ χαμηλά αλλά βασιζόταν σε μια ελεγχόμενη οικονομία. Όποιος προσλαμβάνονταν, έτρεχε στο ΙΚΑ για εγγραφή.

Δεν υπάρχουν οι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι της πρώτης εποχής της δικτατορίας και οι εκατοντάδες κρατούμενοι στη συνέχεια, δεν γίνονται συστηματικά βασανιστήρια, αλλά οι σύγχρονες συνθήκες κράτησης είναι πολύ χειρότερες, εξαιτίας βέβαια και του υπερπληθυσμού των κρατουμένων. Κι όχι μόνο στις φυλακές, αλλά και στα στρατόπεδα των προσφύγων. Οι συνθήκες κράτησης των πολιτικών κρατουμένων της δικτατορίας δεν μπορούν να συγκριθούν με τις ζοφερές συνθήκες που ζουν οι πρόσφυγες στη Μόρια της Λέσβου. Αν με ρωτούσε κάποιος υποθετικά τι θα προτιμούσα, τον Κορυδαλλό του 1970 ή τη Μόρια του 2020, θα απαντούσα χωρίς καθόλου δισταγμό. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο ντρέπομαι. Γιατί μιλάμε για ανθρώπινες υπάρξεις, για ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας που πρέπει να ζουν με στοιχειώδη αξιοπρέπεια.

Τέλος, το ζήτημα της ασφυξίας της ενημέρωσης τότε και σήμερα. Δεν γίνεται με διοικητικά μέτρα, αλλά υπάρχει τεράστιο και ακόμη αδιερεύνητο ζήτημα διαφθοράς και ελέγχου των ΜΜΕ με την ανάδειξη των χειρότερων στοιχείων τους, τόσο πριν από τη δικτατορία, όσο και σήμερα. Ο Γεώργιος Γεωργαλάς, ο Σάββας Κωνσταντόπουλος και ο Βύρων Σταματόπουλος δεν στέκουν μόνοι σ’ αυτό το σκοτεινό πάνθεο των αρνητικών ηρώων της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης στην Ελλάδα. Περιμένουν κι άλλους να καταλάβουν θέσεις γύρω τους.

Η δικτατορία υπήρξε μία από τις μελανές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, αλλά δεν μπορούμε να τις σκίζουμε αυτές τις σελίδες για να εξωραΐσουμε την ιστορία μας, ούτε να εξοβελίζουμε τους δικτάτορες από τη σειρά των πορτρέτων των κυβερνητών της Ελλάδας. Γιατί αυτό, όπως και η αγανάκτηση για κάθε σύγκριση, λειτουργεί ως ηθικό άλλοθι της επανάληψης εκείνου που απωθούμε.



TVXS (21-4-2020): "Οι σαχλαμάρες για τη χούντα και ο ρόλος Παπανδρέου, Μητσοτάκη και βασιλιά"

https://tvxs.gr/news/ellada/antonis-liakos-oi-saxlamares-gia-ti-xoynta-kai-o-rolos-papandreoy-mitsotaki-kai-basilia


"Η δικτατορία ήταν βαθειά ριζωμένη στις συνέχειες της ελληνικής ιστορίας. Η ιδεολογία της ήταν εκείνη της εθνικοφροσύνης και της πειθαρχίας που καλλιεργούνταν στο σχολείο και στον δημόσιο λόγο" λέει στο tvxs. gr o ιστορικός και πανεπιστημιακός, Αντώνης Λιάκος, με αφορμή τη σημερινή επέτειο των 53 χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 και το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του «Ο ελληνικός 20ος αιώνας» (εκδόσεις Πόλις). Απαντάει στο ερώτημα για το κατά πόσο καθοριστικός ήταν ο ρόλος του Ανδρέα Παπανδρέου, του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Κ. Μητσοτάκη στην εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στη δικτατορία, σχολιάζει το «οικονομικό θαύμα» της δικτατορίας που ανέσυρε η ελληνική ακροδεξιά εν μέσω κρίσης αλλά και την προσπάθεια ωραιοποίησης τους χούντας, από Έλληνες ιστορικούς τα τελευταία χρόνια.

Στο βιβλίο σας περιγράφετε το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί την περίοδο 1963-1967, μια περίοδο κοινωνικών κινητοποιήσεων και πολιτικής κρίσης, όπως την ονομάζετε. Ποια από όλα τα γεγονότα και τα αιτήματα (από την αμφισβήτηση της νεολαίας, έως τις πολιτικές ζυμώσεις) θεωρήθηκαν πιο επικίνδυνα και στάθηκαν περισσότερο  αφορμή για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου;


Στην  σχεδόν εικοσαετή περίοδο από το τέλος του εμφυλίου η Ελλάδα αναπτύχθηκε οικονομικά και άλλαξε η κοινωνική της φυσιογνωμία. Εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση δημιούργησαν μια κοινωνία  που ο αστικός πληθυσμός πλέον ήταν μεγαλύτερος από τον αγροτικό, οι επαφές με το εξωτερικό πυκνότερες και συνεχείς και στα πιο λαϊκά στρώματα, η καθημερινή ζωή διαφορετική όχι μόνο  στις πόλεις αλλά και στα χωριά. Μια καινούργια γενιά είχε ενηλικιωθεί, και αυτή η γενιά χωρίς τον φόβο των πατεράδων, είχε πολύ μεγαλύτερες προσδοκίες και ήθελε ελευθερίες και δικαιώματα.

Το πλέγμα εξουσίας που είχε εγκαθιδρυθεί μετά τον εμφύλιο είχε βάλει έναν πολύ στενό κορσέ στην κοινωνία. Δεν ήταν μόνο ο πολιτικός κορσές, αλλά και ο κορσές του καθωσπρεπισμού και της ιεραρχίας στην καθημερινή ζωή, στο σχολείο, στις επαφές με το κράτος, στην οικονομική και κοινωνική ζωή, στον πολιτισμό. Η παραμικρή διαφοροποίηση από τα πρότυπα της δικτατορίας προκαλούσε κινδυνολογία. Αλλά και τα μηνύματα από το εξωτερικό ήταν αντιφατικά. Από τη μια πλευρά η αντισοβιετική ψύχωση του Ψυχρού Πολέμου, από την άλλη η νεανική αναίδεια και αμφισβήτηση από τις νεανικές κουλτούρες των χρόνων του ’60, το ρόκ, ο ευρωπαϊκός και αμερικάνικος κινηματογράφος, αλλά και το αντιπολεμικό κίνημα για το Βιετνάμ, τα κινήματα ειρήνης κλπ. Η έκρηξη του καλοκαιριού του 1965 με τον κόσμο στους δρόμους είχε φοβίσει τους φρουρούς του καθεστώτος. Φυσικά το αστικό καθεστώς δεν κινδύνευε. Το διάχυτο αίτημα ήταν ο εκδημοκρατισμός, η φιλελευθεροποίηση, όχι η ανατροπή του.



Πόσο καθοριστικός ήταν ο ρόλος του Ανδρέα Παπανδρέου, του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Κ. Μητσοτάκη στην εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στη δικτατορία;

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε δαιμονοποιηθεί και από τους αντιπάλους του στην Ελλάδα, και από τους Αμερικανούς. Στην πολιτική συχνά η φαντασία δημιουργεί δυσανάλογους ως προς την πραγματικότητα φόβους, αλλά τα αποτελέσματά της είναι πραγματικά. Ο βασιλιάς ήταν αδύναμος και ως θεσμός, γιατί εξαρτιόταν από αυτό το μεταπολεμικό πλέγμα εξουσίας, αλλά και ως προσωπικότητα. Είχε ήδη ανοίξει την πόρτα της πολιτικής κρίσης στη σύγκρουσή του με τον Γεώργιο Παπανδρέου, είχε αρχίσει την προετοιμασία πραξικοπήματος, επομένως είχε στρώσει το χαλί στη χούντα. Το ίδιο χαλί που του τράβηξαν κάτω από τα πόδια οι χουντικοί, θέτοντας  ένα άδοξο τέλος στην ελληνική Μοναρχία.

Ο πατήρ Μητσοτάκης, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως συνυπαίτιος στη δικτατορία. Κατηγορείται για την αποστασία η οποία δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της δράσης των ανακτόρων αλλά και της ετερόκλητης σύνθεσης της Ένωσης Κέντρου. Πολλοί  απ αυτούς ήταν κυνικοί της εξουσίας και  δεν είχαν ηθικούς ή  ιδεολογικούς ενδοιασμούς να συνεργαστούν με τα Ανάκτορα για να υπονομεύσουν τον ίδιο τον αρχηγό τους. Η στάση του Μητσοτάκη προσδιοριζόταν από την σύγκρουσή του με τον Ανδρέα. Ήταν οι δυο δυναμικοί διεκδικητές του κεντρώου χώρου. Ωστόσο δεν ήταν οι προσωπικές διαφορές και συμπεριφορές  που καθόρισαν την τροπή των πραγμάτων. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν όμηροι της εποχής τους. 

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου αποτέλεσε ρήξη ή συνέχεια του προηγούμενου δικτατορικού καθεστώτος, με δεδομένη την ιδεολογική συγγένεια που έχει παρατηρηθεί μεταξύ τους;

Η δικτατορία ήταν βαθειά ριζωμένη στις συνέχειες της ελληνικής ιστορίας. Η ιδεολογία της ήταν εκείνη της εθνικοφροσύνης και της πειθαρχίας που καλλιεργούνταν στο σχολείο και στον δημόσιο λόγο. Τους μηχανισμούς της παρακολούθησης και του φακελώματος των πολιτών δεν τους επινόησε η δικτατορία, ούτε το νομικό οπλοστάσιο με το οποίο κατεδίωκε τους αντιπάλους της. Η δικτατορία επίσης επωφελήθηκε από την οικονομική ανάπτυξης της μεταπολεμικής εικοσαετίας, από μια διεθνή χρυσή εποχή, φτάνοντας στις αρχές του 1970 την ανεργία στα κατώτατα επίπεδα. Έως τώρα βλέπαμε τα στοιχεία ρήξης της δικτατορίας, καιρός να δούμε και τα στοιχεία συνέχειας.

Στο βιβλίο σας, φαίνεται να υιοθετείτε την άποψη, ότι η δικτατορία ήταν λίγο έως πολύ αναπόφευκτη, σωστά;

Με τις νοοτροπίες των ηγετικών ομάδων της εποχής εκείνης. Αν κάνουμε μια σύγκριση με τη Δικτατορία του Μεταξά, ενώ εκείνη ήταν δεμένη οργανικά με την εποχή της, εποχή κρίσης του κοινοβουλευτισμού σε όλη την Ευρώπη και ανόδου των δικτατοριών και των φασιστικών κινημάτων, η 21η Απριλίου ήταν παραφωνία με την εποχή της. Στην Ευρώπη η τάση ήταν προς την διεύρυνση και τον εμπλουτισμό της δημοκρατίας με τα δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας. Και στην Ελλάδα οι ευρύτερες κοινωνικές τάσεις ωθούσαν προς το άνοιγμα του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Ήταν ο φόβος και  η αυτοσυντήρηση  του καθεστώτος που καθόρισε την στάση των ελίτ που διευκόλυνε παθητικά τους πραξικοπηματίες.

Έχετε πει σε συνεντεύξεις σας ότι η χούντα βασίστηκε πάνω σε μια παθητική υποστήριξη. Πού οφείλεται αυτό κατά τη γνώμη σας;

Θα πρέπει να διακρίνουμε σε δυο φάσεις τη δικτατορία. Στην πρώτη η οικονομική ευημερία συνεχίστηκε, ο τουρισμός και η οικοδομή αναπτυσσόταν, τα χρέη των αγροτών χαρίστηκαν. Οι φωνές εναντίωσης ήταν λίγο - πολύ μοναχικές.  Στη δεύτερη φάση τα πράγματα δυσκόλεψαν, η κρίση του 1973 και οι διεθνείς οικονομικές ανακατατάξεις δυσκόλεψαν τα πράγματα οικονομικά. Τότε οι προσπάθειες των αντιχουντικών αγωνιστών και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η απομόνωση της χούντας, το πνεύμα δημοκρατίας, ο διάχυτος διεθνώς ριζοσπαστισμός βρήκε μεγαλύτερη ανταπόκριση.



Σε σχέση με τις ΗΠΑ, γράφετε ότι «εκείνο που έχει σημασία, δεν είναι να ανακαλύψουμε αν κάποιος έδωσε ή όχι την εντολή να βγουν τα τανκς στους δρόμους της Αθήνας, αλλά να καταλάβουμε το πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων εκείνη την εποχή». Γιατί κατά τη γνώμη σας δεν έχει τόση σημασία το αν έδωσαν ή όχι οι ΗΠΑ την εντολή;

Γνωρίζουμε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έδωσε παρόμοια εντολή και ακόμη ότι η Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα το πρωί του πραξικοπήματος έψαχνε να βρει ποιοι ήταν οι πραξικοπηματίες. Στις ΗΠΑ δεν υπήρχε ένα κέντρο εξουσίας και η πολιτική ως προς τη δικτατορία στην Ελλάδα ήταν πιο σύνθετη από το να αναζητάς μια εντολή. Από την άλλη πλευρά η απουσία εντοπισμού μιας εντολής, δεν λέει πολλά πράγματα, δεν αθωώνει τις ΗΠΑ,  όταν είχαν αναπτυχθεί τόσο στενές σχέσεις ανάμεσα στους μηχανισμούς και μια αδιαφορία και ανοχή για δικτατορία στο πολιτικό προσωπικό και στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Όπως γράφω στο βιβλίο μου,  ο λόγος που περιβάλλει και σημασιοδοτεί τις πράξεις και τα πράγματα είναι   σημαντικότερη ένδειξη, γιατί μας δείχνει τι είναι νοητό – και επομένως πιθανόν πραγματοποιήσιμο – και τι αδιανόητο. Και ο λόγος για την Ελλάδα δεν ήταν μόνο αναχρονιστικά ψυχροπολεμικός και αποικιακός αλλά και σεξιστικός.

Όταν το πραξικόπημα χαρακτηρίστηκε από τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα Φίλιπς Τάλμποτ  «βιασμός της δημοκρατίας», η απάντηση του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα Τζον Μώρυ ήταν ότι… «οι πόρνες δεν βιάζονται»! Αλλά και ο υψηλού κύρους αρθρογράφος των New York Times Σάιρους Σουλτσμπέργκερ έγραφε ότι «η τρέχουσα μόδα είναι να αποκηρύσσουμε το στρατιωτικό πραξικόπημα ως "βιασμό της δημοκρατίας". Πράγματι ήταν. Αλλά η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν είναι παρθένα. Έχουν γίνει οκτώ πραξικοπήματα και επαναστάσεις από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου». Επομένως, ένα λιγότερο ή ένα περισσότερο δεν κάνει τη διαφορά!



Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ελλάδα θα ήταν διαφορετική αν η δικτατορία δεν είχε ανακόψει μια άνοδο, οικονομική και πολιτιστική της δεκαετίας του ΄60;

Ριζικά διαφορετική, δεν το πιστεύω. Η ανακοπή της οικονομικής ανόδου ήταν διεθνής στη δεκαετία του 1970 και η ελληνική οικονομία ακολούθησε τις διεθνείς τάσεις. Πολιτικά είναι πιο δύσκολο να υπολογίσει κανείς την εξέλιξη, οι δημοκρατικές πιέσεις ήταν μεγάλες. Οι μεσαίες και μικρομεσαίες τάξεις ανέβηκαν οικονομικά στην μεταπολεμική εποχή, αναζητούσαν την αντίστοιχη αντιπροσώπευση στην πολιτική και τα δικά τους πολιτισμικά πρότυπα. Η πίεσή τους ήταν σφοδρή.  Ενδεχομένως μια μεγάλη  ή μικρές ρήξεις να οδηγούσαν σε κάτι παρόμοιο με την Μεταπολίτευση. Αντίστοιχες τάσεις σημειώθηκαν σε όλη τη Νότια Ευρώπη.  Όσα έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου και η ΕΔΑ πριν από το 1967 και δημιουργούσαν πανικό, πραγματοποιήθηκαν μετά την επταετία χωρίς να έλθει ο κατακλυσμός. 

Πέντε δεκαετίες και κάτι μετά την 21η Απριλίου 1967, διαβάζουμε στον αστικό τύπο απόψεις από ιστορικούς, που λένε ότι η χούντα συνετέλεσε στον εκδημοκρατισμό της δεξιάς και κατ’επέκταση της χώρας. Αυτό κατά τη γνώμη σας έχει σχέση με ιστορική αλήθεια, ή αποτελεί μια προσπάθεια ωραιοποίησης τους χούντας;

Δεν ήταν η δικτατορία που ώθησε στον εκδημοκρατισμό της ελληνικής δεξιάς, αλλά η Μεταπολίτευση. Η Μεταπολίτευση δεν είναι απλώς το τέλος της δικτατορίας. Είναι το τέλος της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής περιόδου. Είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας που περιλαμβάνει όχι μόνο πολιτικές αλλά βαθειές νοοτροπιακές και πολιτισμικές μεταβολές. Χωρίς αυτές δεν νοείται η Μεταπολίτευση. Η Δεξιά όφειλε για λόγους αυτοσυντήρησης να προσαρμοστεί, αλλά και γιατί αυτό το πνεύμα είχε εισχωρήσει ακόμη και στις αθηναϊκές ελίτ, των οποίων οι γόνοι στελέχωναν τον Ρήγα Φεραίο. Το έχουν μετανιώσει σήμερα, αλλά τι να κάνουμε, αυτό ήταν το πνεύμα της εποχής. Δεν είμαι σίγουρος όμως αν η Δεξιά θα εκδημοκρατιζόταν αν πετύχαινε το πείραμα Μαρκεζίνη και δημιουργούνταν μια ελεγχόμενη και πειθαρχημένη κοινοβουλευτική ζωή. Αν και δεν ξέρει κανείς σε ποια στροφή θα προσέκρουε κι αυτό το πείραμα στο πνεύμα της εποχής που ήταν πιο δυνατό από τους πολιτικούς σχεδιασμούς.

Η χρεοκοπία της χώρας το 2010, έδωσε την ευκαιρία στην ελληνική ακροδεξιά, να προβάλλει το «οικονομικό θαύμα» της δικτατορίας. Θεωρείτε ότι η οικονομική πολιτική της χούντας ήταν αποτελεσματική;

Σαχλαμάρες. Η χούντα συνέχισε την οικονομική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και μάλιστα δίνοντας περισσότερα χαριστικά δάνεια και επιδοτήσεις, καθώς και άδειες μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων που κατέστρεψαν το περιβάλλον. Συνέχισε μια πολιτική υπερπροστασίας των επιχειρήσεων και οικονομικής εσωστρέφειας. Από το 1973 και ύστερα άρχισε η αντίστροφη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ό,τι φτιάχτηκε μετά το 1953, εισήλθε  μετά το 1973 σε κρίση και όταν με την είσοδο στην ΕΟΚ υποχρεώθηκαν  οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τον ελεύθερο διεθνή ανταγωνισμό δεν άντεξαν. Κατέληξαν στις «προβληματικές» του 1980 που πάλι συντηρούνταν από το κράτος.