Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Το γκράφιτι της οδού Πύθωνος, της Ελένης Γλαρέντζου



Ένας μικρός κι ασήμαντος δρόμος ήταν η οδός Πύθωνος, στην καρδιά της πολύβουης και πολύχρωμης πόλης. Βιαστικά κι αδιάφορα τον προσπερνούσαν οι διαβάτες, δεν είχε δα και κάτι σπουδαίο για να τους κρατήσει.

Κι ύστερα ήρθαν οι δίσεκτοι χρόνοι. Με τη βία χώρισαν τα σπλάχνα αυτής της πόλης σε δυο κομμάτια. Οι άνθρωποι τώρα μετρούσαν τις πληγές της κι αντί για χαρές βλέπαν το  δάκρυ και το αίμα να κυλά και τον πόνο να ρίχνεται σαν πέπλο ομίχλης πάνω στις σκέψεις των ανθρώπων.
Σ΄ αυτούς τους δύσκολους καιρούς η τύχη θέλησε γι’ αυτό το σκοτεινό και στενό  δρομάκι έναν ρόλο άχαρο και δύσκολο. Έγινε το σύνορο που κανείς δεν έπρεπε να πατήσει, ένα σημείο μηδέν, που ύψωνε αόρατο τοίχος για τους ανθρώπους που ζούσαν στις δυο μεριές της τεμαχισμένης πλέον πόλης. Και νεκρή τ΄ ονόμασαν ζώνη, λες κι οι άνθρωποι μπορούν να ξεχάσουν ότι το μίσος, η διχόνοια κι ο πόλεμος μόνο ερείπια, αποκαΐδια και θάνατο σκορπούν στο πέρασμά τους.


Όμως οι μνήμες, τ΄ όνειρο και η ελπίδα παρέμειναν ζωντανά στις καρδιές κάποιων ανθρώπων ρομαντικών, ονειροπόλων, κάποιων που κρατούν άσβεστη τη φλόγα για μια όμορφη, πολύχρωμη, χαρούμενη κι ειρηνική ζωή.
Κι έτσι βρέθηκαν η Ανδρούλα, η Μαριώ, η Μόρφω, ο Πανίκος, ο Δώρος, ο Γιάννος, η Arzu, η Ayşe, η Bahar, ο Ahmet ο Emin, ο Halil κι ένωσαν τα χέρια και τις καρδιές τους. Με τα πινέλα και τα χρώματά τους  έδωσαν ζωή στ΄ όνειρο φωτίζοντας το σκοτεινό κι άχαρο δρομάκι.
Κι εγώ αυτή την εικόνα θέλησα να κρατήσω στη μνήμη, να μου υπενθυμίζει πως η ζωή είναι δύσκολη θέλει κόπο και μόχθο καθημερινό για να τη ζούμε, είναι όμως συνάμα και γεμάτη πολύχρωμα μπαλόνια, μουσικές, χαμόγελα κι ανθρώπους που ζουν αδελφωμένοι κάτω απ΄ τον ίδιο ουρανό.








Λευκωσία 1η του Μάρτη 2020
Ελένη Γλαρέντζου
  



Σαράγεβο, εκεί όπου οι κάτοικοι δεν χαμογελούν, της Ιόλης Βιγγοπούλου




Τα μάθαμε από ταινίες, από ειδήσεις, τα διαβάσαμε σε έντυπα ενημέρωσης και λογοτεχνικά κείμενα, αλλά δεν τα είδαμε, ποτέ. Μια πόλη, με μισό εκατομμύριο κατοίκους, που δέχτηκε την πιο μακρόχρονη πολιορκία στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης (1992-1995). Εθνικός Στρατός, νεοβοσνιακός στρατός, παραστρατιωτικοί, δυνάμεις του ΝΑΤΟ, δυνάμεις του ΟΗΕ... Περικυκλώθηκε, βομβαρδίστηκε, μαζικές δολοφονίες, ελεύθεροι σκοπευτές ξάπλωσαν αμάχους στο χώμα και σήμερα στο πρώην γήπεδο της πόλης φυτρώνουν τα 13.000 μνήματα των θυμάτων και εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι σκόρπισαν σαν τα τρελά πουλιά.


Η ιστορία της ριζώνει από τα προϊστορικά χρόνια, έχει κλαδιά στα ρωμαϊκά και στα χριστιανικά, μετά οι Σλάβοι αλλά τους καρπούς της έβγαλε επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δίκτυο ύδρευσης, τεμένη, κλειστή αγορά, δημόσια λουτρά, καραβάν σεράι, βιβλιοθήκη, σχολή ιερατική. Μια ισλαμική νησίδα σε μια θάλασσα χριστιανική. Οι Αψβούργοι ορέγονταν όλο και πιο νότια. Την έκαψαν στα 1697, τους θέρισε η πανούκλα και τελικά, η πόλη πέρασε, στα 1878, στα χέρια της Αυτοκρατορίας της Αυστροουγγαρίας με τη Συνθήκη του Βερολίνου.


Ζούσαν μαζί Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, Σέρβοι Ορθόδοξοι, Κροάτες Καθολικοί και Εβραίοι και Αθίγγανοι. Και εδώ στα 1914, δολοφονήθηκε ο Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος της Αυστρίας και η σύζυγός του, από έναν νεαρό αναρχικό Βόσνιο φοιτητή, και ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στον άλλο Πόλεμο, οι Ναζί δεν τους ξέχασαν, εφάρμοσαν τις γνωστές πρακτικές τους. Το 1991, οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 50% του πληθυσμού, οι Σέρβοι το 33% κι οι Κροάτες το 7%. Τότε σε κείνη τη δεκαετία του 90΄ με το μακελειό στην πρώην μεγάλη, υπερήφανη, πολυεθνική χώρα, το μακελειό σε ψυχές και σκέψεις, ιδέες και δοξασίες, τότε που, με επενδύτη τη λέξη «ανεξαρτησία» υποδαύλισαν ένα σπαραγμό, που κατέληξε στο νέο, χωρίς χαμόγελο, πρόσωπο της πόλης.


Σαράγεβο, πρωτεύουσα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, σήμερα πόλη των 300.000 και με το 85% Βόσνιους Μουσουλμάνους και όπως κάθε πόλη που σέβεται τον εαυτό της ακουμπά σε ποτάμι. Φοράει ένα γενναίο και σκληρό κοσμοπολίτικο προσωπείο. Παρόχθια, τα τζιτζιλί αυστροουγγρικά κτίρια, δημόσια διοικητικά και πολιτιστικά, με το αλαζονικό προφίλ και τις γλυκερές διακοσμήσεις. Στα πρανή των γύρω λόφων γειτονιές που ανθίστανται και κυκλώνονται από μνήματα και κάτω στην παλιά πόλη, ό,τι πιο σύγχρονο ισλαμικο-τούρκικο σε λιανικό εμπόριο και τουριστικο-αναμνηστικό : ιερά τεμένη, πολιτιστικά κέντρα, εκθέσεις μνήμης πολέμου, μπερεκετλίδικα κεμπάπ, καφετσαγερίες στυλ βιεννουά προς τζαζο-αμανέ...


Κάνει κρύο, η άνοιξη αργεί, βρέχει θαρρείς από μέσα προς τα έξω, ψάχνω χαμόγελο... 












                                                                                                                    Ιόλη Βιγγοπούλου

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

«Τα κορίτσια της βροχής», της Αλίντας Δημητρίου



«Τα κορίτσια της βροχής» είναι οι γυναίκες που συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν κατά τη διάρκεια της χούντας και εξομολογούνται στην κάμερα τις αληθινές ιστορίες τους. Το κύκνειο άσμα της Αλίντας Δημητρίου, κινηματογραφίστριας που υπηρέτησε το πολιτικό ντοκιμαντέρ, ολοκληρώνει την τριλογία για τις γυναίκες στους πολιτικούς αγώνες στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα.


Δείτε εδώ το ντοκιμαντέρ:

https://www.youtube.com/watch?v=EIMHAlBfuXM&t=14s


Η Αλίντα Δημητρίου (1933 - 2013) γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε σκηνοθεσία στη σχολή «Σταυράκου». Παράλληλα με τη διοργάνωση κινηματογραφικών προβολών κατά την περίοδο 1970-1975, συμμετείχε σε σεμινάρια για την ταινία μικρού μήκους, έγραψε και μετέφρασε άρθρα σε κινηματογραφικά περιοδικά καθώς και το βιβλίο «Φιλμογραφία Ταινιών Μικρού Μήκους» (1939-1979), ενώ αργότερα το 1992 εξέδωσε το «Λεξικό Ταινιών Μικρού Μήκους». Από το 1977 έως το 1994 γύρισε περισσότερα από 50 ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση και το υπουργείο Πολιτισμού (π.χ. Το Θέατρο στο βουνό, Ανθρώπινα Δικαιώματα (10 ημίωρα), Γυναίκες (6 ημίωρα). Από το 1994 – 2003 ασχολήθηκε με το βιομηχανικό ντοκιμαντέρ, κάνοντας 15 ταινίες για τη ΔΕΗ.


Στην τριλογία της, που ξεκίνησε το 2008 με τα «Πουλιά στο βάλτο» για τις γυναίκες στην Εθνική Αντίσταση (αποσπώντας επτά βραβεία, ενώ μια κόπια της βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία της Σόφιας), συνεχίστηκε το 2009 με τη «Ζωή στους βράχους», για τις γυναίκες μαχήτριες του ΔΣΕ, και ολοκληρώθηκε το 2011 με τα «Τα κορίτσια της βροχής» για τις γυναίκες αγωνίστριες την περίοδο της χούντας, δεν εστιάζει στην ιστορική περιγραφή, αλλά επικεντρώνονται στην αφήγηση των ίδιων των πρωταγωνιστριών μέσα από προσωπικά βιώματα και μνήμες.