Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Η ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ IV: Μνήμες Δικτατορίας, από την ταινιοθήκη της Ελλάδος

 


ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΟΝLINE ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΜΕ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 

21-27 AΠΡΙΛΙΟΥ 2021
ΔΩΡΕΑΝ ΣΤΟ online.tainiothiki.gr

Υπό την Αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας του Υπουργείου Εξωτερικών


Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος συνεχίζει τις online προβολές μέσα από την ψηφιακή της αίθουσα και από την Τετάρτη 21 Απριλίου παρουσιάζει το νέο, τέταρτο κατά σειρά πρόγραμμα της επιτυχημένης ενότητας «Η Ταινιοθήκη στο σπίτι» με το αφιέρωμα «Μνήμες Δικτατορίας», που θα πραγματοποιηθεί με αφορμή την επέτειο από το πραξικόπημα της 21ηςΑπριλίου.

Από την Τετάρτη 21/4 έως και την Μεγάλη Τρίτη 27/4 θα προβληθούν εμβληματικές ταινίες από τους Θόδωρο Αγγελόπουλο, Παντελή Βούλγαρη, Δήμο Θέο, Νίκο Καβουκίδη, Νίκο Κούνδουρο, Φρίντα Λιάππα, Δημήτρη Μακρή, Ροβήρο Μανθούλη, Τώνια Μαρκετάκη, Γιώργο Σταμπουλόπουλο, Παύλο Τάσιο και τους  Σάκη Μανιάτη/Γιώργο Τσεμπερόπουλο.

Την εκδήλωση έθεσε υπό την αιγίδα της η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας του Υπουργείου Εξωτερικών, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη μεγάλη απήχηση των προηγούμενων τριών κύκλων προβολών της Ταινιοθήκης στην ελληνική ομογένεια.

Αξίζει να αναφέρουμε πως το πρόγραμμα «Η Ταινιοθήκη στο σπίτι», τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2020 κατέγραψε 36.660 video views.

To αφιέρωμα υλοποιείται με την υποστήριξη του Δεύτερου Προγράμματος 103,7 και εντάσσεται στο πλαίσιο της Εβδομάδας Κινηματογράφου που το Δεύτερο έχει προγραμματίσει για το διάστημα 19 με 26 Απριλίου, με αφιερώματα, ειδικές εκπομπές, διαγωνισμούς και "βραδιά Όσκαρ", εν όψει της 93ης απονομής των βραβείων της Ακαδημίας Κινηματογράφου. Συντονιστείτε με το Δεύτερο και ενημερωθείτε για τους συντελεστές και τις ταινίες του επετειακού αφιερώματος της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.

Όπως σημειώνει η επιμελήτρια του προγράμματος Μαρία Κομνηνού, «την περίοδο της δικτατορίας, αλλά και τα χρόνια που προηγήθηκαν, στην Ελλάδα αναδύθηκε ένας εναλλακτικός κινηματογράφος, πολύ διαφορετικός από το κυρίαρχο μοντέλο του εμπορικού ελληνικού σινεμά, που κατά τη διάρκεια της επταετίας στάθηκε απέναντι στις καθεστωτικές προπαγανδιστικές ταινίες εθνικιστικού χαρακτήρα. Ο πολιτικός κινηματογράφος, όπως υπογραμμίζει και η Αγλαΐα Μητροπούλου, ανθίζει μέσα στην καταπίεση, και τα χρόνια αυτά δημιουργήθηκαν σημαντικές ταινίες που με έναν τρόπο αλληγορικό μίλησαν για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα της Δικτατορίας, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος ήταν οι χώροι που αναπτύχθηκε η αντιστασιακή δημόσια σφαίρα. Έχουμε την γέννηση αυτού που ονομάστηκε «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» με καταλύτη το έργο του Θόδωρο Αγγελόπουλου».

O θεατής θα έχει μια σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσει αυτές τις ταινίες-ορόσημα, με την υπογραφή μερικών από τους σημαντικότερους έλληνες σκηνοθέτες.

 «Ήδη στα μέσα της δεκαετίας του ‘60», εξηγεί η Μ. Κομνηνού, «εμφανίζονται νέες τάσεις είτε από έμπειρους κινηματογραφιστές σαν τον Ροβήρο Μανθούλη, που ανιχνεύει την βαθειά πληγή μέσα από το αστραφτερό πρόσωπο της νέας Αθήνας (Πρόσωπο με πρόσωπο), είτε από νεότερους όπως ο Αγγελόπουλος, ο Βούλγαρης, η Μαρκετάκη, ο Κωστανταράκος, ο Πανουσόπουλος αλλά και ο Σφήκας, ο Φέρρης και ο Τορνές, οι οποίοι, μεταξύ πολλών άλλων, συνεργάζονται με τον Δήμο Θέο στο πολιτικό θρίλερ Κιέριον.

Ο Γιώργος Σταμπουλόπουλος σκιαγραφεί την συνειδητοποίηση ενός νέου για τα αδιέξοδα της ελληνικής κοινωνίας (Ανοιχτή επιστολή). Ο Νίκος Κούνδουρος εξερευνά τις πολιτικές των ταυτοτήτων με το εμβληματικό  Vortex. Με την επιβολή της δικτατορίας ο Αγγελόπουλος γυρίζει την πρώτη ταινία της τριλογίας του πολιτικού κινηματογράφου, τις Μέρες του 36. Ο Παντελής Βούλγαρης στο Προξενιό της Άννας σκιαγραφεί την αποτυχημένη εξέγερση μιας καταπιεσμένης «ψυχοκόρης» και κερδίζει στο Φεστιβάλ του Βερολίνου τρία βραβεία. Ο  Παύλος Τάσιος δίνει το Γκονταρικό Ναι μεν αλλά. Η Τώνια Μαρκετάκη, γυρίζει από το Παρίσι και τολμά να σπάσει το ανδρικό κατεστημένο της ανδρικής πρωτοπορίας  γυρίζοντας τον ανατρεπτικό Ιωάννη τον Βίαιο, ενώ το άλλο μεγάλο αστέρι του ΝΕΚ, η Φρίντα Λιάππα, θα μας δώσει μια αυτοβιογραφική σχεδόν ταινία το 1977, στο Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις. Λίγο αργότερα, ο εξόριστος στην Ιταλία Δημήτρης Μακρής θα γυρίσει μια ταινία κοινωνικού ρεαλισμού, την Καγκελόπορτα. Στον χώρο του ντοκιμαντέρ, δύο πολύ νέοι κινηματογραφιστές, ο Σάκης Μανιάτης και ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, παρακολουθώντας την αντίδραση των κατοίκων των Μεγάρων στην απαλλοτρίωση της γης τους, θα βρεθούν σε μια δίνη ιστορικών γεγονότων που καταλήγουν στο Πολυτεχνείο. Αυτή την πολυκύμαντη πορεία των κινητοποιήσεων εναντίον της δικτατορίας, με δικό του αλλά και ανέκδοτο υλικό, καταγράφει ο βετεράνος Νίκος Καβουκίδης στις Μαρτυρίες».

 

Θα προβληθούν 10  ταινίες μυθοπλασίας και 2 ντοκιμαντέρ:

 

1 Πρόσωπο με πρόσωπο (1966), Ροβήρος Μανθούλης

 2 Vortex ή Το Πρόσωπο της Μέδουσας (1967), Νίκος Κούνδουρος    

 3 Ανοιχτή Επιστολή (1967), Γιώργος Σταμπουλόπουλος

 4 Κιέριον (1968), Δήμος Θέος

 5 Μέρες του ’36 (1972), Θόδωρος Αγγελόπουλος       

 6 Ναι μεν αλλά (1972), Παύλος Τάσιος

 7 Το προξενιό της Άννας (1972),  Παντελής Βούλγαρης  

 8 Ιωάννης ο βίαιος  (1973), Τώνια Μαρκετάκη

 9 Μέγαρα (1974), Σ. Μανιάτης - Γ.Τσεμπερόπουλος (ντοκιμαντέρ)

 10 Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις (1977), Φρίντα Λιάππα

 11 Η καγκελόπορτα (1978), Δημήτρης Μακρής         

 12 Μαρτυρίες (2019),  Νίκος Καβουκίδης  (ντοκιμαντέρ)

 

Οι ταινίες θα είναι διαθέσιμες online για 30 ώρες μετά την έναρξη τους (από την στιγμή που θα πατηθεί το play) και θα προβάλλονται για 7 ημέρες, χωρίς γεωγραφικό περιορισμό, με όριο τις 600 δωρεάν θεάσεις ανά ταινία.

Ακολουθήστε μας στο Facebook και στο Instagram για να μάθετε περισσότερα γι' αυτές.

 


ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Την Πέμπτη 22 Απριλίου στις 7 μ.μ., θα πραγματοποιηθεί webinar με θέμα τον κινηματογράφο κατά την διάρκεια της Δικτατορίας. Συμμετέχουν: Παντελής Βούλγαρης, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Γιώργος Σταμπουλόπουλος, Κυριάκος Αγγελάκος, Νίκος Καβουκίδης, Eυάννα Βενάρδου.  Συντονίζει η Μαρία Κομνηνού, πρόεδρος της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.


http://www.tainiothiki.gr/el/ekdiloseis/arxeio-ekdiloseon/981-tainiothiki-sto-spiti-iv


 


Οι Βαυαροί ανθρακωρύχοι της Κύμης και οι σχέσεις τους με το Ηράκλειο Αττικής*

 

Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε για την Βαυαρική αποικία που το 1837 ιδρύθηκε στο Αράκλι , σημερινό Ηράκλειο Αττικής, από εθελοντές στρατιώτες που είχαν ακολουθήσει τον Όθωνα σε αναζήτηση καλύτερης μοίρας. Γνωρίζουμε επίσης ότι η λεωφόρος Κύμης «χρωστά» την ονομασία της στους Κουμιώτες λιγνιτωρύχους που μεταπολεμικά, έφτασαν μαζί με τις οικογένειές τους στην Καλογρέζα και το Νέο Ηράκλειο για να δουλέψουν στα δύο λιγνιτωρυχεία. Πόσοι από εμάς όμως γνωρίζουμε ότι οι «δεσμοί» αυτών των κοινοτήτων είναι βαθύτερες στο χρόνο; Ότι Βαυαροί και Έλληνες λιγνιτωρύχοι εργάστηκαν  πλάι –πλάι στα ανθρακωρυχεία της Κύμης για δυόμισι δεκαετίες (1834-1859); Και πως οι οικογένειές τους ρίζωσαν, μετά την Κύμη, στο Ηράκλειο; Αλλά ας προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι αυτών των συγκυριών που έφερε την οικογένεια Φιξ από την Κύμη στο Ηράκλειο Αττικής…



Η είσοδος του ορυχείου στην Κύμη.
Ξυλογραφία του H. Clerget σε σχέδιο του H. Belle (Le Tour du Monde 32/1876, σ. 80) 


Οι απαρχές

 Στο εξαιρετικό ιστολόγιο «Graecogermanica- Γερμανοί στην Ελλάδα 1833-1862» διαβάζουμε:

«Σε μια ορεινή περιοχή με ωραιότατα έλατα, άγριες φράουλες και κυκλάμινα, που η βασίλισσα Αμαλία παρομοίαζε με το Τιρόλο, μέσα σε μια μικρή κοιλάδα χωρίς θέα, αλλά με υγιεινό κλίμα, 3 περίπου χλμ από την Κύμη, Βαυαροί στρατιώτες υπό τις διαταγές του λοχαγού Karl Fortenbach πραγματοποιούσαν κατ' εντολή της Αντιβασιλείας από το 1834 δοκιμές για την εξόρυξη γαιανθράκων, των οποίων η ύπαρξη ήταν από παλιά γνωστή, εντούτοις είχαν μείνει ανεκμετάλλευτοι. Παρ' ό,τι οι γαιάνθρακες που έφερναν στο φως οι επιμελείς αξίνες των Σκαπανέων δεν αποδείχθηκαν πρώτης ποιότητας, η Κυβέρνηση αρνήθηκε τις προτάσεις εκμίσθωσής τους από ξένους επιχειρηματίες (τον Άγγλο Strong, τους Γάλλους Séguin και Feraldi) και αποφάσισε ότι το ορυχείο θα λειτουργούσε ως δημόσια επιχείρηση, με έξοδα της Επικρατείας.

Τα πρόσωπα

Το φθινόπωρο του 1836, με τη λήξη της τετραετούς υποχρεωτικής θητείας και την επιστροφή στη Γερμανία των πρώτων Βαυαρών εθελοντών, το ορυχείο κινδύνευε να μείνει χωρίς προσωπικό. Τότε αποφασίστηκε να ενταχθεί η Κύμη στο πρόγραμμα του "αποικισμού", δηλαδή της μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα Γερμανών τεχνιτών και αγροτών, που ήδη εφαρμοζόταν στο Ηράκλειο Αττικής και στην Τίρυνθα Αργολίδος. Έτσι σχεδιάστηκε η δημιουργία κοντά στο ορυχείο ενός γερμανικού συνοικισμού στρατιωτικών, οι οποίοι έπρεπε να έχουν ειδικές γνώσεις ορύκτη ή ξυλουργού ή μεταλλουργού, αλλά και την πρόθεση να παραμείνουν στην Ελλάδα μετά την άφεσή τους· κοντά σ' αυτούς θα εκπαιδεύονταν νεαροί `Έλληνες, για τη διασφάλιση της μελλοντικής λειτουργίας του ορυχείου. Τα κίνητρα ήταν 1)η μόνιμη θέση εργασίας, 2)έκταση γης, επίδομα 124 δρχ, δάνειο 400 δρχ (με τόκο 12%), δωρεάν ξυλεία από το παρακείμενο δάσος και δωρεάν πέτρα -άφθονη επιτόπου- για κατασκευή σπιτιού και 3)η απαλλαγή των εγγάμων από τη στρατιωτική ιδιότητα.

Οι πρώτοι δεκαοκτώ που δήλωσαν διατεθειμένοι ν' αποικιστούν ανήκαν σε τεχνικά στρατιωτικά τμήματα (λόχους Σκαπανέων, Γρεναδιέρων ή Εργατών/Τεχνιτών). Οι δεκατέσσερις από αυτούς είχαν εργασθεί σε ορυχεία της πατρίδας τους, πέντε μάλιστα ήταν γιοι ανθρακωρύχων. Άλλες ειδικότητες που δηλώθηκαν ήταν σιδηρουργός, λιθοξόος, κτίστης, φρεατωρύχος και ξυλουργός. Περισσότεροι από τους μισούς είχαν ηλικία 32-42 ετών, μόνον τρείς ήταν έγγαμοι. Από τους πρώτους δεκαοκτώ δηλωθέντες διορίστηκαν τελικά οι Christian Bauer, Augustin Brandner, Johann Adam Fix, Christian Friedrich, Heinrich Jung, Karl Gottlob Kaden, Johann Krill και Otto Schiller.»



Ο ορύκτης Johann Adam Fix

Από τους Βαυαρούς λιγνιτωρύχους με τη μακρότερη παρουσία στην Κύμη ήταν κι ο ορύκτης Johann Adam Fix (1835-51) που είχε καταταγεί ως εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό και ανήκε στο 7ο Τάγμα Πεζικού -επρόκειτο για το μεγαλύτερο σώμα εθελοντών που ήλθε ποτέ στην Ελλάδα, αποτελούμενο από περίπου 1200 άνδρες, 80 γυναίκες και 50 παιδιά. Το 7ο Τάγμα Πεζικού ξεκίνησε από τη Γερμανία τον Φεβρουάριο 1834. Τον 37χρονο Άνταμ Φιξ ακολούθησε στο μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι η 22χρονη σύζυγό του Eva Fix από το Alzenau της Βαυαρίας που κατά τη διάρκεια της πορείας προς την Τεργέστη αρρώστησε από νευρική νοσταλγία (nostalgia nervosa). H ασθενής νοσηλεύθηκε τέσσερις ημέρες στο Kirchdorf της Αυστρίας. Εδώ χάνονται όπως σημειώνεται στο «Graecogermanica- Γερμανοί στην Ελλάδα 1833-1862», τα ίχνη της Eva. «Δεν γνωρίζουμε αν κατάφερε να συνεχίσει το ταξίδι και να φθάσει στην Ελλάδα, αν έζησε τα γεγονότα στη Μάνη, όπου το 7. Τάγμα αποδεκατίστηκε, αν ακολούθησε τον άντρα της στις στρατιωτικές του μετακινήσεις. Πάντως ο Adam εμφανίζεται στους καταλόγους ως έγγαμος τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 1836, εγκατεστημένος στη βαυαρική στρατιωτική αποικία της Κύμης ως σιδηρουργός στο νεοσύστατο εκεί ανθρακωρυχείο. Γνωρίζοντας όμως ότι ο ίδιος απολύεται τον Δεκέμβριο 1837 και επιστρέφει μόνος στην πατρίδα του για να επανέλθει τρία χρόνια αργότερα στην Κύμη με μια νέα σύζυγο, υποθέτουμε ότι η Ελλάδα μάλλον δεν αποτέλεσε για την Eva μια ευτυχή αλλαγή στη ζωή της».

Δεν χάνονται όμως και τα ίχνη του Άνταμ Φιξ από τα Οθωνικά αρχεία. Το 1837 με την λήξη της στρατιωτικής του θητείας επιστρέφει , όπως ήδη σημειώθηκε, στη Γερμανία και το 1940 τον ακολουθεί στην Κύμη η νέα σύζυγός του Margaretha Naumann, επίσης από το Alzenau της Βαυαρίας. Απέκτησαν πέντε παιδιά (το τελευταίο γεννήθηκε το 1846). Θα συνταξιοδοτηθεί σε ηλικία 47 ετών. Μάλιστα «οι ανίκανοι για εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος, ηλικίας ή ασθένειας, έπαιρναν σύνταξη από το Ταμείο Ορυκτών, περίπου 15 δρχ τον μήνα. Επειδή το ποσόν αυτό δύσκολα κάλυπτε τις βιοτικές ανάγκες του συνταξιούχου, ειδικά ενός οικογενειάρχη, συνήθως αυτός εξακολουθούσε να εργάζεται ως έκτακτος εργάτης. Ο Adam Fix π.χ. συνταξιοδοτήθηκε το 1844 λόγω ηλικίας (47) και αδυναμίας με 15 δρχ, ενώ είχε γυναίκα και τέσσερα ανήλικα τέκνα. Του χορηγήθηκαν 5 δρχ επιπλέον αφού παρουσιάσθηκε και παραπονέθηκε στο βασιλικό ζεύγος, που κατά τύχη επισκέφθηκε την Κύμη το ίδιο έτος. Όμως εργαζόταν μέχρι τον θάνατό του σε ελαφρές εργασίες του ορυχείου».

Ο θάνατος του Αdam Fix καταγράφηκε ως περίπτωση ληστείας, παρά τα περίεργα χαρακτηριστικά της. «Ο Fix βρέθηκε νεκρός στο Κατηφόριο Αμαρουσίου τον Μάιο 1851. Ο χωροφύλακας που εστάλη επιτόπου βρήκε επί του πτώματος χρήματα και ρολόι και στο πλάι δύο κασέλες, των οποίων τα εντός πράγματα βρέθηκαν θραυσμένα σε κοντινό δάσος, ένα αλεξίβροχον και έναν μικρόν πέλεκυν. Η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη, ο χωροφύλακας αμείφθηκε για την εντιμότητά του.»

Την ίδια χρονιά ο γιός του Άνταμ Φιξ, ο Ιωάννης Φιξ (δεν μπορέσαμε να τεκμηριώσουμε εάν ήταν γιός της πρώτης ή της δεύτερης συζύγου) «ήρθε από το Μόναχο για να βρει τον πατέρα του. Δύο πιστολιές στη Μαγκουφάνα (η περιοχή της Πεύκης σήμερα), από τις οποίες ο πατέρας Φιξ έπεσε νεκρός, ήταν η αιτία ο γιος να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο Αττικής και να ξεκινήσει την παραγωγή της μπύρας, ορμώμενος από το γεγονός ότι αρκετοί Βαυαροί αξιωματικοί, είχαν εγκατασταθεί εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Ο Ιωάννης Φιξ, λοιπόν, φτιάχνει την πρώτη μπύρα στη χώρα μας, δίνοντάς της το όνομα της οικογένειάς του, ΦΙΞ.» (Πηγή https://www.fix-beer.gr). Περισσότερα για τους Βαυαρούς ανθρακωρύχους στην Κύμη στο: https://www.graecogermanica.gr.

* Επιμέλεια κειμένου Δήμητρα Κουντή

 

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Μνήμες σαν πρόσφυγες..., διαδικτυακή έκθεση ξυλόγλυπτων έργων, του Άγγελου Γαλάνη*

Οι τρεις ζωές...

Ξύλα καμένα, κουφάρια δέντρων, που κάποτε υπερήφανα δέσποζαν κι έδιναν ζωή απ΄ τη ζωή τους στο αττικό τοπίο,  που δεν άντεξαν στην καταστροφική μανία της πυρκαγιάς στο Μάτι την αποφράδα εκείνη ημέρα της 23ης Ιουλίου 2018.

Κορμοί δέντρων, ρίζες και φλούδες που παρέσυρε στο διάβα τους οι φονικές καταιγίδες στην Εύβοια το ξημέρωμα της 9ης Αυγούστου του 2020.

Ναυαγοί κι έρμαια των κυμάτων χωρίς ζωή και μνήμη ξεβράστηκαν σε κάποια ακτή, απομεινάρια της φρίκης και της καταστροφής.

Ξύλα που στοργικά έπιασε το χέρι του καλλιτέχνη θέλοντας να τους δώσει μιαν άλλη μορφή, να τους χαρίσει μια δεύτερη ζωή. Να μας θυμίζουν ότι η φύση είναι πάντα παρούσα και ζωντανή, παρόλα τα εγκλήματα και την ασέλγεια σε βάρος της των διψασμένων για το κέρδος ανθρώπων. 

Μορφές δωρικές στη μνήμη των 102  και 8 συνανθρώπων μας, που τόσο άδικα χάθηκαν.

Θραύσματα μνήμης,  ίχνη ζωής που μ΄ αγάπη και μεράκι θέλησε ο γλύπτης να τους εμφυσήσει  και που ο φακός αποτύπωσε δίνοντάς τους  μια τρίτη ζωή, εκείνη που τα έργα τέχνης αποκτούν, όταν επικοινωνούνται με τον ΆΛΛΟΝ έστω και στη δυστοπική τούτη  έγκλειστη άνοιξη. 

Ελένη Γλαρέντζου**






            μνήμες 

     σαν πρόσφυγες…


μνήμες που ζούσαν σαν τις νεράιδες

στις ρεματιές και τις πηγούλες

που ζούσαν

στις κορφούλες των λόφων και των βουνών

ώσπου ήρθαν

οι αδηφάγες φωτιές των ανθρώπων

στην υπηρεσία της ανάπτυξης

καθώς ψιθυρίζεται…







κι έτρεξαν οι μνήμες να κρυφτούν

στις ρίζες της ιστορίας

μέσα στα κούτσουρα των καμένων δέντρων

κι άλλες χώθηκαν βιαστικά

στις φλούδες και τ’ αποκαΐδια…





κι αφού καταλάγιασε το κακό

καταμετρήθηκαν κι αποφάσισαν

πως ήταν έρμα αναγκαίο κι ικανό

για την ανασυγκρότηση του δάσους

άμα έβαζε πλάτη

και των ανθρώπων η λογική

για την κοινή ζωή μας ντε σε τούτον τον πλανήτη…






όμως αλίμονο οι άνθρωποι ήταν αλλού

είχαν ήδη παραδώσει τη σκέψη και την ψυχή τους

σχεδόν ομόφωνα

στις γιγάντιες φτερούγες των ανεμογεννητριών

για να τις στροβιλίζουν

στο διηνεκές της χαζοχαρούμενης αδηφαγίας τους…

 



μετά ήρθαν οι καταιγίδες

απ’ τις δυο πλευρές του Ευβοϊκού κόλπου

προγραμματισμένα παιδιά

της κλιματικής αλλαγής κι ετούτες

κι απόσωσαν το κακό…




όλα στη θάλασσα

μαζί και των ανθρώπων το έωλο έρμα

που σώρευαν στα τσιμεντένια τους σεντούκια

και τα κλείδωναν καλά

με τις κλειδωνιές της απληστίας τους…

 


πάτωσαν στο βυθό

οι παστωμένες προσδοκίες των ανθρώπων

κι οι μνήμες της ζωής του δάσους

ναυαγοί κι έρμαια των κυμάτων

κίνησαν ταξίδι για τ’ άγνωστο

σαν καραβάκια δίχως μοίρα…

 




τις πήρε το κύμα του Ευβοϊκού

μαζί με τ’ ανάλαφρο μελτεμάκι

σαν ναυαγούς-ταξιδευτές

και τις ξέβρασε στις απεναντινές στεριές

φλούδες ρίζες κούτσουρα και κορμοί…

 

μνήμες αποκαΐδια…





κι οι άνθρωποι στις ακρογιαλιές  

τις υποδέχτηκαν με ξινίλα και κατάρες

με ουρανομήκεις φωνές

πως βρόμισε ο αγνός τους τόπος με τούτη τη σαπίλα…




γύμνια στις ψυχές

τίποτα για την ταμπακιέρα

γιατί έτσι στρεβλώθηκαν

καιρό τώρα να βλέπουν τα τυφλωμένα μάτια τους…



σαν τους πρόσφυγες κι οι δόλιες οι μνήμες

πουθενά στον ήλιο μοίρα

πάει μήνας ολόκληρος

που μαζεύουν οι μπουλντόζες απ’ τις ακρογιαλιές

και θάβουν τις μνήμες στις χωματερές…




τι να διασώσεις φτωχέ μου εφήμερε γλύπτη

με τις μνήμες που σκαλίζεις στις φλούδες και τις ρίζες…




κι εσύ ποιητή τι να πεις με τα λόγια στις ρίμες σου

δε βλέπεις το μέγεθος του κακού











      πώς ν’ αποτυπωθεί 
      τέτοια καταστροφή… 






























*Το ποίημα "Μνήμες σαν Πρόσφυγες" του Άγγελου Γαλάνη, γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2020, 
στα ξυλόγλυπτα έδωσε μορφή το καλοκαίρι και στις αρχές του φθινοπώρου του 2020.

** Η φωτογραφική αποτύπωση και η επιμέλεια έγιναν από την Ελένη Γλαρέντζου τον Μάρτη του 2021 την 100η  ημέρα του "δεύτερου" εγκλεισμού.