Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ προβολή: Δευτέρα 10 Μαΐου 2021 - ΕΡΤ2 - 20:00΄

 

Ο συγγραφέας, δημοσιογράφος κριτικός και ιστορικός μουσικής, Γιώργος Μονεμβασίτης που δηλώνει «εσχάτως και …καλλιεργητής» αυτοβιογραφείται στο Μονόγραμμα.


Γεννήθηκε το 1947 στο Γύθειο, το πρώτο αγόρι σε μια οικογένεια με άλλα δυο κορίτσια. Μεγάλωσε στο Γύθειο στους απόηχους της εποχής του Τζοκόντο Μορέττι, Ιταλού μαέστρου που είχε εγκατασταθεί εκεί. Η μητέρα Ελένη έπαιζε μαντολίνο, ο πατέρας Βάσος Μονεμβασίτης βιολί.

Μικρός ακόμα, εκτός από μέλος της βυζαντινής χορωδίας της Αγίας Τριάδας, έψελνε στο δεξί ψαλτήρι με πρωτοψάλτη τον Θόδωρο Σκάντζικα.

Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Από την πρώτη στιγμή των σπουδών μου στο ΕΜΠ έγινε μέλος της Μικτής Χορωδίας του Ιδρύματος καθώς και σολίστ κλασικής κιθάρας στις εκδηλώσεις της. Ήδη από τη στρατιωτική του θητεία (1970-72) άρχισε να εκπονεί στατικές μελέτες οικοδομικών και συγκοινωνιακών έργων, κάτι οποίο έκανε ανελλειπώς μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2008.

Είναι καλός στη μουσική, στα μαθηματικά και στις ξένες γλώσσες «Ευεξήγητο, λέει, γιατί όλα αυτά βασίζονται στα σύμβολα· και όποιος έχει ευχέρεια σε ένα, έχει και στα άλλα. Αρκεί βεβαίως να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει».

Την πολυδιάστατη προσωπικότητά του δίνουν ο «Επίλογος» και τα «Μουσικά Ημερολόγια» (από το συγγραφικό του έργο) καθώς και η συνεργασία του με περιοδικά και εφημερίδες όπως Ποπ και Ροκ, TaR, Ελευθεροτυπία, Δίφωνο, Echo-Artis, BHMAgazino, ΒΗΜΑ-Βιβλίο, Μετρονόμος.

Συνεργάστηκε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Η φωνή του είναι γνωστή από το ραδιόφωνο, αφού συνεργάστηκε με πολλούς σημαντικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ξεκινώντας από το Τρίτο Πρόγραμμα.

«Εκδώσαμε εξαιρετικά ηχογραφήματα για τα οποία νοιώθω περηφάνια, γιατί εγώ ήμουν πίσω απ' αυτά, με κυριότερο την “Αιώνια Εφηβεία της Φωνής” που ήταν ηχογραφήσεις της Φλέρυς Νταντωνάκη που τις είχα ανακαλύψει πεταμένες στην ταινιοθήκη του Τρίτο Προγράμματος. Ψάχνοντας για κάτι άλλο, συνέβη αυτό. Βρήκα τυχαία τις ηχογραφήσεις της Φλέρυς, οι οποίες εκδόθηκαν σε CD, που εκτός του ότι αναδείχθηκε σε ένα από τα πλέον ευπώλητα της εποχής του, έγινε αφορμή για να γίνει αφιέρωμα στη Φλέρυ, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό των Κυριακάτικων Times του Λονδίνου».

Μία άλλη εκπομπή στο Τρίτο πρόγραμμα που έχει μείνει ιστορική, ήταν αυτή με την οποία γιορτάστηκαν τα 40 χρόνια του Τρίτου προγράμματος, μια εκπομπή που έκανε όλο το 1995 και ονομαζόταν “Το μουσικό ημερολόγιο του Τρίτου”. 365 εκπομπές, μια για κάθε ημέρα, που μάθαιναν οι ακροατές τι συνέβη αυτή την ημέρα στο παρελθόν της μουσική, της κλασσικής λόγιας μουσικής.

Για την προσφορά του έχει βραβευτεί από διάφορους φορείς όπως ο Δήμος Πεντέλης, ο Δήμος Νέου Ηρακλείου Αττικής, το Εμπορικό Επιμελητήριο Λακωνίας

Έχει γράψει σχόλια σε πολλές δισκογραφικές εκδόσεις, αλλά και προλόγους σε βιβλία που εστιάζουν στη μουσική.

Είναι παντρεμένος με την παιδαγωγό και σολίστ πιάνου Ντιάνα Βρανούση με την οποία συχνά συνεργάζεται.

Παραγωγός: Γιώργος Σγουράκης

Σκηνοθεσία: Χρίστος Ακρίδας

Δημ/φική επιμέλεια: Ιωάννα Κολοβού, Αντώνης Εμιρζάς

Φωτογραφία: Μαίρη Γκόβα

Ηχοληψία: Λάμπρος Γόβατζης

Μοντάζ: Θανάσης Παπαθανασίου

Διεύθυνση παραγωγής: Στέλιος Σγουράκης

https://www.facebook.com/monogrammatv/


Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Παρουσίαση βιβλίου: «Ήταν ένα μικρό καράβι… που ήταν α.α. αταξίδευτο», του ΡΟΔΟΛΦΟY σταματιου*


Το μικρό καράβι του Ροδόλφου Σταματίου μ’ όρτσα τα πανιά του, με τον καιρό και κόντρα στον καιρό, μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο. Σε καιρούς δύσκολους, φουρτουνιασμένους σε μια Ελλάδα με χαίνουσες ακόμα τις πληγές του εμφυλίου. Ήρωές του οι «ηττημένοι». Άνθρωποι απλοί, ταπεινοί, που ίσως ποτέ δεν μπόρεσαν να ταξιδέψουν σε ήρεμα νερά  και να ξαποστάσουν σ΄ απάνεμα λιμάνια, που κάποιοι όμως όπως ο Ροδόλφος Σταματίου, έχουν τα ικανά μάτια και το ψυχικό σθένος να τους βλέπουν σπουδαίους, κάτι που δεν απέχει απ' την αλήθεια, και να μπορούν να γράψουν γι' αυτούς τους ταπεινούς και τις σπουδαίες τους ζωές.





Οκτώ ιστορίες που ο Ροδόλφος αφιερώνει «στη μελαγχολία του ΆΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ, στο παράπονο του ΝΙΚΟΥ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗ, στην περηφάνεια των ΤΕΡΤΣΕΤΗ και ΠΟΛΥΖΩΙΔΗ, στην αγανάκτηση του ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ και στην εγγονή του ΕΥΡΙΔΙΚΗ».




Τα τέσσερα πρώτα διηγήματα μας ταξιδεύουν «στα σχολικά χρόνια των παιδιών της θρεψίνης και του μουρουνόλαδου».

Πρώτο λιμάνι η πρώτη τάξη του δημοτικού στο Παρθεναγωγείο της Μυτιλήνης. Εκεί, που όπως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας εξομολογείται: «…δεν μου άρεσε και πολύ το σχολείο. Ήμουν ο μαθητής που με έρανο μου πήρανε την πλάκα με το κοντύλι, δύο τετράδια, ένα με ίσιες γραμμές και ένα με τετραγωνάκια για την αριθμητική, ένα λευκό για ιχνογραφία, μολύβια, γόμα ξύστρα και όλα αυτά μαζί με μια χάρτινη εικονίτσα του Αγίου Συμεών…».


Στις επόμενες τάξεις του δημοτικού σχολείου μεταφερόμαστε στη μεταπολεμική Αθήνα. Ο Ροδόλφος μας παίρνει απ΄ το χέρι και μας σεργιανά στις γειτονιές της. Στιγμιότυπα από τη σχολική και την καθημερινή ζωή στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 περνούν από μπροστά μας σαν κινηματογραφική, ασπρόμαυρη ταινία. Οι εικόνες ζωντανές, οι περιγραφές άλλοτε με χιούμορ και νοσταλγία άλλοτε με σκληρό ρεαλισμό.

Ο δάσκαλος της δευτέρας δημοτικού στο Περιστέρι, που μπορεί ο ήρωας της ιστορίας να μη θυμάται τ΄ όνομά του αλλά θυμάται την καλοσύνη και το ενδιαφέρον του για τα παιδιά και, που κάποια μέρα με τη βία τον πήραν «κάποιοι κύριοι» απ΄ την τάξη.

Τα επόμενα χρόνια στα Κάτω Πετράλωνα. Το σχολείο στην Κεριάδων και Αγαθοδαίμωνος, η ξυλόσομπα, η βιβλιοθήκη του σχολείου που φτιάχτηκε με τη βοήθεια της θείας Λένας, η συμμετοχή των μαθητών στην υποδοχή του Τίτο. 

Το σπίτι στην οδό Πανδώρου 27 με την τούρκικη τουαλέτα, ο χωματόδρομος, η καταβρεχτήρα το καλοκαίρι και ο άνθρωπος με το καρότσι και το μαγικό κουτί με τους ωκεανούς, τα πολύχρωμα τροπικά ψαράκια, τη ζούγκλα, τους «καλούς» λευκούς και τους «κακούς» ινδιάνους, τις χορεύτριες με τα αραχνούφαντα πέπλα και τόσα άλλα θαύματα για τους μικρούς και τους μεγάλους. Ο ιδιοκτήτης του διπλανού σπιτιού με τον αρτιφισιέ τοίχο στην πρόσοψη, όπου με κόκκινη μπογιά ήταν γραμμένη  η λέξη «λαοκρατία» και που πεισματικά αρνιόταν να σβήσει παρά τις επίμονες συστάσεις του αστυφύλακα.

Και τέλος στην έκτη δημοτικού, στο αρβανιτοχώρι στα Λιόσια. Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και η υπόσχεση ζωής: «Αυτό ακριβώς θα είμαι δάσκαλε. Όπου και να είμαι, θα είμαι ΟΡΘΙΟΣ».


Η πέμπτη ιστορία είναι αφιερωμένη στον Προκόπη Πανταζή, στον Αντάρτη του βουνού και της αδικίας. Γεννημένος το 1923 στο Κεράμι, οικισμό της Καλονής, στη Λέσβο. Αντάρτης στο βουνό το 1947, η ζωή του όλη διώξεις, καταδίκες σε θάνατο, φυλακές. Διαβάζουμε: «Είχα την εντύπωση καθώς τον έβλεπα πως έβγαζε μια λάμψη, δεν τόλμησα να το πω γιατί θα με κορόιδευαν ότι έβλεπα φωτοστέφανο». «…Ήταν ένας άνδρας ψηλός που πάνω του σταμάτησαν πολλές κακουχίες και γι αυτό είχε μια περηφάνεια αλλά και καταδεκτικότητα. Οι συγχωριανοί του έλεγαν ότι ήταν σαν Βυζαντινός Άγγελος του Κόντογλου ή Μυτιληνιός χωρικός του Θεόφιλου που χορεύει Βαρύ Ζεϊμπέκικο».  

Στην έκτη ιστορία με τον τίτλο «Αδέσποτα σκυλιά και άνθρωποι» γνωρίζουμε τον Κανέλλο, ένα καλοταϊσμένο, αδέσποτο σκύλο μόνιμο κάτοικο της πλατείας μπροστά από τον σταθμό του τρένου. Η ιστορία αυτή είναι αφιερωμένη «στους αγνούς ανώνυμους αγωνιστές, στα αδέσποτα, στους άστεγους, στους διαγραμμένους του ΚΚΕ, σ’ αυτούς που έφυγαν από ιατρικό ή τροχαίο λάθος, σ’ αυτούς που στο ληξιαρχείο στο όνομα πατρός γράφει «άγνωστος», στις κοπελίτσες της επαρχίας που γράφουν κρυφά το βράδυ ποιήματα, στους «εξαφανισμένους» της Λατινικής Αμερικής και σε όλους τους πρόσφυγες του πολέμου και της φτώχειας».


Στην έβδομη ιστορία με τον τίτλο «Υπάρχουν και χειρότερα» ο συγγραφέας μας μεταφέρει στον Φλεβάρη του 1968. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο περιγράφει τη «διαμονή» στην οδό Μπουμπουλίνας. Με λεπτή ειρωνεία περιγράφει τις μεθόδους ανάκρισης «στα επείγοντα». Το πηγαινέλα απ΄ το κελί 7 της απομόνωσης στην ταράτσα: «Εμείς ότι μπορέσαμε κάναμε εδώ στα “επείγοντα”. Σου δώσαμε τις “πρώτες βοήθειες”. Πρέπει να πας στην ταράτσα στο “χειρουργείο”. Άντε να πάρεις και τον αέρα σου. Μετά την ταράτσα σε σούρνουν πάλι στο κελί σου το 7…».


Η όγδοη ιστορία «Ήταν ένα μικρό καράβι. Μια ιστορία που έγραψε η ζωή», είναι αυτή που έδωσε τ΄ όνομά της και στο βιβλίο.

Είναι η ιστορία της κυρα - Βιλελμίνης, της Αϊβαλιώτισσας  που στη μικρασιατική καταστροφή βγήκε στη Μυτιλήνη, γυναίκα προκομένη έκανε διάφορες δουλειές, ότι μπορούσε. Του γιού της του Ταξιάρχη που από τα δεκαπέντε του έπιασε δουλειά αχθοφόρος στο λιμάνι, που αγάπησε και παντρεύτηκε την Πελαγία «ένα ωκεανό ομορφιάς» και της κόρης τους της μικρόσωμης Ζαχαρούλας  που ανεβασμένη σ΄ ένα κλαδί μυγδαλιάς τραγουδούσε και γελούσε.

Διωγμένη απ΄ τη φτώχια και τις συνεχείς ενοχλήσεις από την αστυνομία η οικογένεια ξεριζώνεται για μια ακόμα φορά. Φεύγει από το νησί για την Αθήνα. Πρώτος σταθμός μια άλλη προσφυγική γειτονιά η Νέα Ιωνία. Εκεί προσπαθούν να ξεκινήσουν από την αρχή τη ζωή τους, να στήσουν ξανά το σπιτικό τους. Στα ορυχεία κάρβουνου και λιγνίτη ο Ταξιάρχης, μοδίστρα η Πελαγία. Με τη σκληρή δουλειά και τις αιματηρές οικονομίες κατορθώνουν να αγοράσουν το δικό τους σπιτάκι στο Νέο Ηράκλειο.

Όμως η ζωή συχνά δεν είναι σπλαχνική κι «ο θεός άδικος για τους φτωχούς». Έτσι κι ο Ταξιάρχης σύντομα αρρωσταίνει από φυματίωση και φεύγει αθόρυβα ένα πρωί.

Μάνα και κόρη μόνες πια προσπαθούν να επιβιώσουν. «Κορδελιάστρα»  η Πελαγία στο εργοστάσιο «ΣΑΙΤΑ» κι η Ζαχαρούλα μοδιστρούλα το πρωί και ταμίας στον κινηματογράφο ΗΡΑ το βράδυ. Ύστερα από μερικά χρόνια φεύγει κι η μητέρα, μην αντέχοντας άλλο μακριά από τον αγαπημένο της Ταξιάρχη.

Μόνη πια η Ζαχαρούλα αποκομμένη απ΄ όλους -αφού για τη μάνα της δεν βρέθηκε κατάλληλος γαμπρός γι αυτή- ζούσε συντροφιά με τα βιβλία της και μέσα απ΄ τα βιβλία της. Οι ζωές των ηρώων ήταν και η δική της ζωή:

«Αυτό που κατάλαβε μόνο και της άρεσε ήταν η τελευταία κουβέντα της Σκάρλετ: «ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ». Εκεί της έπεσε το βιβλίο απ΄ τα χέρια και στον ύπνο της είδε τη μητέρα της πως την είχε αγκαλιά, μικρούλα και ενώ ακουγόταν απ΄ έξω το τσεκούρι του πατέρα της που έκοβε ξύλα από λιόριζες για το τζάκι της τραγουδούσε απαλά:

Ήταν ένα μικρό καράβι

Ήταν ένα μικρό καράβι

που ήταν α. α. αταξίδευτο

……..

Και σε πέντε έξι εβδομάδες

Σωθήκαν όλες όλες όλες οι τροφές…

Η φωνή έσβησε σιγά σιγά και απομακρυνόταν… Έφυγε…

Αργότερα ο γιατρός που ήρθε, έγραψε αιτία θανάτου: Υπερβολική δόση ΑΓΑΠΗΣ».

Οι ιστορίες που ο Ροδόλφος απλόχερα μας χαρίζει μπορεί να γίναν καλύτερα ή χειρότερα δεν έχει σημασία, ή μπορεί και να μη γίναν αλλά να τις φαντάστηκε και να τις έστρωσε στο χαρτί με τέτοια μαεστρία που 'ναι σα να γίναν, σημασία έχει αν η παρουσίασή τους απ' την πένα του μας αγγίζει και μας βοηθάει να γίνουμε μια στάλα πιότερο άνθρωποι, ΚΙ ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΒΟΗΘΑΕΙ...

Το βιβλίο είναι διανθισμένο με εξαιρετικά σκίτσα που ο ίδιος ο συγγραφές έχει σχεδιάσει.









*Ο Ροδόλφος σταματιου, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί δεν είναι τίποτα, αλλά έχει ένα email rodolfsta@gmail.com, όπου αν θέλετε μπορείτε να ζητήσετε και να προμηθευτείτε το βιβλίο**.

Επίσης ενημερώνει τη Βασιλική Ακαδημία της Στοκχόλμης ότι σε περίπτωση που τον προτείνουν για το ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ δεν θα το δεχτεί για τον λόγο ότι δεν έχει την κατάλληλη ενδυμασία.

**Το βιβλίο διατίθεται επίσης από τη ΒΙΒΛΙΟΧΑΡΤΙΚΗ ΙΩΝΙΑΣ, Μεσολογγίου 6, Νέα Ιωνία, 14231, τηλέφωνο 210-2711267.

 







Την παρουσίαση του βιβλίου επιμελήθηκε η

Ελένη Γλαρέντζου

 

 

 


Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Μια ασήμαντη ιστορία αντίστασης, του Λάζαρου Μπελίτση

 Σεπτέμβρης 1968: 

Μετά από την οπερετική αντίδραση στους συνταγματάρχες που τον πρόλαβαν στο πραξικόπημα της κατάλυσης της Δημοκρατίας και την «από χωρίον εις χωρίον» περιπλάνηση ο Βασιλεύς με όλο του το σόι έχει εγκαταλείψει τη χώρα.


Νέο πολίτευμα. Δημοκρατία Δικτατορική, Ελληνική πατέντα. Α, όλα κι όλα. Οι τύποι. θα τηρηθούν. Ο Λαός θα εγκρίνει το νέο Σύνταγμα. Δημοψήφισμα Ναι ή Όχι. 

Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν γνωστό από την ημέρα που προκηρύχτηκε και δεν μπορούσε να είναι άλλο εκτός από ΝΑΙ. Και μάλιστα με συντριπτική πλειοψηφία. Αυτό το γνωρίζαμε. Και ότι τα ψηφοδέλτια του ΟΧΙ, όπου μπορούσαν να βρεθούν, γιατί στα εκλογικά τμήματα της επαρχίας ή δεν υπήρχαν καθόλου ή υπήρχαν λίγα τυλιγμένα με λαστιχάκι, ενώ έλειπαν τελείως τα παραβάν. Στα δε μεγάλα αστικά κέντρα ή είχαν «τελειώσει και δεν μας έφεραν άλλα» ή υπήρχαν λίγα ακόμη δίπλα στην κάλπη, θα βαπτίζονταν -όπως οι καλόγεροι του Ροΐδη έκαναν το κρέας ψάρι- σε ΝΑΙ. 



Κρατώ ακόμα σαν ενθύμιο - απόδειξη έναν φάκελο σφραγισμένο από την εφορευτική επιτροπή και υπογεγραμμένο από τον δικαστικό αντιπρόσωπο (για να είναι ακόμη πιο σίγουροι για την «γνησία έκφραση του Ελληνικού Λαού» και μη τυχόν και υπάρξει κανένα παρατράγουδο από κανέναν αμετανόητο ως δικαστικοί αντιπρόσωποι ορίστηκαν δημόσιοι υπάλληλοι -να τους έχουμε του χεριού μας- και όχι δικηγόροι, όπως πάντοτε σε κάθε εκλογή συνέβαινε) με ένα ψηφοδέλτιο του ΟΧΙ που μαζί με άλλους κλειστούς φακέλους -δεν είχαν κάνει τον κόπο ούτε να τους ανοίξουν- βρήκα την άλλη μέρα το πρωί στον κάδο του σχολείου - εκλογικού τμήματος της γειτονιάς μου. και τους έδωσα εκεί που έπρεπε.

Η μητέρα του φίλου Γιώργου, συμβολαιογράφου στη Θεσσαλονίκη, ζούσε και ψήφιζε σ’ ένα χωριό στην επαρχία των Γιαννιτσών. Εβδομήντα τόσων χρόνων, αγράμματη αλλά μυαλό ξυράφι. Σε πουλούσε και σ’ αγόραζε. Την ημέρα, Κυριακή, λοιπόν του δημοψηφίσματος το πρωί, ο φίλος μου ο Γιώργος, αφού ,έριξε το ΟΧΙ του, υπήρχαν λίγα στο τραπέζι μπροστά από τον «δικαστικό αντιπρόσωπο», πήρε από τον σάκο όπου πέταγαν τα ψηφοδέλτια, που ήταν σκόπιμα γεμάτος με ΟΧΙ, όσα ΟΧΙ βρήκε. Τα βαλε στην τσέπη του, βγήκε και δρόμο για το χωριό όπου τον περίμενε η γιαγιά Κωνσταντίνα η μάννα του. Είχαν από χθες συνεννοηθεί. Παίρνει λοιπόν η καλή σου το ΟΧΙ που έφερε ο γιος της, το διπλώνει στο μανίκι της και νασου μπροστά στον «δικαστικό».

-Καλώς την γιαγιά Κωνσταντίνα, την χαιρετά ο Γραμματικός (Γραμματέας της Κοινότητας), κέρβερος δίπλα στον δικαστικό για να κάνει την καταγραφή, το χαφιεδιλίκι δηλαδή: Ποιοι ήρθαν, πόσοι, μη μας ξεφύγει κανείς.

-Κι εσύ εδώ κυρ Νίκο; Τι κανς, απαντά με δηλητηριώδη αφέλεια.

-Να, βοηθώ τον δικαστικό. Ήρθες να ψηφίσεις την Επανάσταση ε; και της δίνει ένα ψηφοδέλτιο με το ΝΑΙ. 

-Τι να κάνω; Αφού έτσι μας είπαν. Αλλά γιατί μου δινς ένα; Εμένα δυο μου παν να πάρω.

-Ε, καλά κυρα - Κωνσταντίνα. Πάρε ακόμα ένα. Και της δίνει ακόμα ένα ΝΑΙ. 

Αγράμματη είναι -το ήξερε αυτό ο κυρ Νίκος-.Πάει η κυρά Κωνσταντίνα στο παραβάν, δηλαδή εκεί που έπρεπε να υπάρχει και με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση -είχε εξασκηθεί-βγάζει από το μανίκι το ΟΧΙ, το βάζει στον φάκελο, πετάει το ένα ΝΑΙ και κρατώντας το άλλο ΝΑΙ στο χέρι πάει και ρίχνει τον φάκελο στην κάλπη και: 

-Αυτό το άλλο τι να το κάνω;

-Ρίχτω στο καλάθι με τα σκουπίδια. 

-Δίκιο εχς πδμου. Κάθε πράμα στη θέση του.

Ακόμα ψάχνει ο κυρ Νίκος και οι Αρχές ποιος τους ξέφυγε και μαγάρισε με ένα ΟΧΙ τη «θέληση του Λαού».